Scaife ATLAS

CTS Library / Κατάπλους ἢ Τύραννος

Κατάπλους ἢ Τύραννος (5)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg016.perseus-grc2:5
Refs {'start': {'reference': '5', 'human_reference': 'Section 5'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Κλωθώ

ἡμεῖς δέ, Χάρων, ὀλιγωρίαν ἤδη τοῦ Ἑρμοῦ κατεγινώσκομεν.

Χάρων

τί οὖν ἔτι διαμέλλομεν ὡς οὐχ ἱκανῆς ἡμῖν γεγενημένης διατριβῆς;

Κλωθώ

εὖ λέγεις· ἐμβαινέτωσαν. ἐγὼ δὲ προχειρισαμένη τὸ βιβλίον καὶ παρὰ τὴν ἀποβάθραν

v.2.p.10
καθεζομένη, ὡς ἔθος, ἐπιβαίνοντα ἕκαστον αὐτῶν διαγνώσομαι, τίς καὶ πόθεν καὶ ὅντινα τεθνεὼς τὸν τρόπον· σὺ δὲ παραλαμβάνων στοίβαζε καὶ συντίθει· σὺ δέ, Ἑρμῆ,[*] τὰ νεογνὰ ταυτὶ πρῶτα ἐμβαλοῦ· τί γὰρ ἂν καὶ ἀποκρίναιντό μοι;

Ἑρμῆς

ἰδού σοι, πορθμεῦ, τὸν ἀριθμὸν οὗτοι τριακόσιοι μετὰ τῶν ἐκτιθεμένων.

Χάρων

βαβαὶ τῆς εὐαγρίας. ὀμφακίας ἡμῖν νεκροὺς ἥκεις ἄγων.

Ἑρμῆς

βούλει, Κλωθοῖ, τοὺς ἀκλαύστους ἐπὶ τούτοις ἐμβιβασώμεθα;

Κλωθώ

τοὺς γέροντας λέγεις; οὕτω ποίει. τί γάρ με δεῖ πράγματα ἔχειν τὰ πρὸ Εὐκλείδου νῦν ἐξετάζουσαν; οἱ ὑπὲρ ἑξήκοντα ὑμεῖς πάριτε ἤδη. τί τοῦτο; οὐκ ἐπακούουσί μου βεβυσμένοι τὰ ὦτα ὑπὸ τῶν ἐτῶν. δεήσει τάχα καὶ τούτους ἀράμενον παραγαγεῖν.

Ἑρμῆς

ἰδοὺ πάλιν οὗτοι δυεῖν δέοντες τετρακόσιοι, τακεροὶ πάντες καὶ πέπειροι καὶ καθʼ ὥραν τετρυγημένοι.

Χάρων

νὴ Δίʼ, ἐπεὶ ἀσταφίδες γε πάντες ἤδη εἰσί.

Tokens

Κλωθώ 1 w 5
ἡμεῖς 1 w 10
δέ 1 w 12
1 w 14
Χάρων 1 w 19
ὀλιγωρίαν 1 w 29
ἤδη 1 w 32
τοῦ 1 w 35
Ἑρμοῦ 1 w 40
κατεγινώσκομεν 1 w 54
Χάρων 2 w 60
τί 1 w 62
οὖν 1 w 65
ἔτι 1 w 68
διαμέλλομεν 1 w 79
ὡς 1 w 81
οὐχ 1 w 84
ἱκανῆς 1 w 90
ἡμῖν 1 w 94
γεγενημένης 1 w 105
διατριβῆς 1 w 114
Κλωθώ 2 w 120
εὖ 1 w 122
λέγεις 1 w 128
ἐμβαινέτωσαν 1 w 141
ἐγὼ 1 w 145
δὲ 1 w 147
προχειρισαμένη 1 w 161
τὸ 1 w 163
βιβλίον 1 w 170
καὶ 1 w 173
παρὰ 1 w 177
τὴν 1 w 180
ἀποβάθραν 1 w 189
καθεζομένη 1 w 199
ὡς 2 w 202
ἔθος 1 w 206
ἐπιβαίνοντα 1 w 218
ἕκαστον 1 w 225
αὐτῶν 1 w 230
διαγνώσομαι 1 w 241
τίς 1 w 245
καὶ 2 w 248
πόθεν 1 w 253
καὶ 3 w 256
ὅντινα 1 w 262
τεθνεὼς 1 w 269
τὸν 1 w 272
τρόπον 1 w 278
σὺ 1 w 281
δὲ 2 w 283
παραλαμβάνων 1 w 295
στοίβαζε 1 w 303
καὶ 4 w 306
συντίθει 1 w 314
σὺ 2 w 317
δέ 2 w 319
2 w 321
Ἑρμῆ 1 w 325
συντίθει 2 w 334
σὺ 3 w 337
δέ 3 w 339
3 w 341
Ἑρμῆ 2 w 345
Jacobs 1 w 351
συντίθει 3 w 360
4 w 362
Ἑρμῆ 3 w 366
σὺ 4 w 369
δὲ 3 w 371
MSS 1 w 374
τὰ 1 w 377
νεογνὰ 1 w 383
ταυτὶ 1 w 388
πρῶτα 1 w 393
ἐμβαλοῦ 1 w 400
τί 6 w 403
γὰρ 1 w 406
ἂν 1 w 408
καὶ 5 w 411
ἀποκρίναιντό 1 w 423
μοι 1 w 426
Ἑρμῆς 1 w 432
ἰδού 1 w 436
σοι 1 w 439
5 w 441
πορθμεῦ 1 w 448
τὸν 2 w 452
ἀριθμὸν 1 w 459
οὗτοι 1 w 464
τριακόσιοι 1 w 474
μετὰ 1 w 478
τῶν 2 w 481
ἐκτιθεμένων 1 w 492
Χάρων 3 w 498
βαβαὶ 1 w 503
τῆς 1 w 506
εὐαγρίας 1 w 514
ὀμφακίας 1 w 523
ἡμῖν 2 w 527
νεκροὺς 1 w 534
ἥκεις 1 w 539
ἄγων 1 w 543
Ἑρμῆς 2 w 549
βούλει 1 w 555
6 w 557
Κλωθοῖ 1 w 563
τοὺς 1 w 568
ἀκλαύστους 1 w 578
ἐπὶ 1 w 581
τούτοις 1 w 588
ἐμβιβασώμεθα 1 w 600
Κλωθώ 3 w 606
τοὺς 2 w 610
γέροντας 1 w 618
λέγεις 2 w 624
οὕτω 1 w 629
ποίει 1 w 634
τί 7 w 637
γάρ 1 w 640
με 7 w 642
δεῖ 1 w 645
πράγματα 1 w 653
ἔχειν 1 w 658
τὰ 3 w 660
πρὸ 1 w 663
Εὐκλείδου 1 w 672
νῦν 1 w 675
ἐξετάζουσαν 1 w 686
οἱ 1 w 689
ὑπὲρ 1 w 693
ἑξήκοντα 1 w 701
ὑμεῖς 1 w 706
πάριτε 1 w 712
ἤδη 2 w 715
τί 8 w 718
τοῦτο 1 w 723
οὐκ 1 w 727
ἐπακούουσί 1 w 737
μου 1 w 740
βεβυσμένοι 1 w 750
τὰ 4 w 752
ὦτα 1 w 755
ὑπὸ 1 w 758
τῶν 3 w 761
ἐτῶν 1 w 765
δεήσει 1 w 772
τάχα 1 w 776
καὶ 6 w 779
τούτους 1 w 786
ἀράμενον 1 w 794
παραγαγεῖν 1 w 804
Ἑρμῆς 3 w 810
ἰδοὺ 1 w 814
πάλιν 1 w 819
οὗτοι 2 w 824
δυεῖν 1 w 829
δέοντες 1 w 836
τετρακόσιοι 1 w 847
τακεροὶ 1 w 855
πάντες 1 w 861
καὶ 7 w 864
πέπειροι 1 w 872
καὶ 8 w 875
καθʼ 1 w 879
ὥραν 1 w 883
τετρυγημένοι 1 w 895
Χάρων 4 w 901
νὴ 1 w 903
Δίʼ 1 w 906
ἐπεὶ 1 w 911
ἀσταφίδες 1 w 920
γε 6 w 922
πάντες 2 w 928
ἤδη 3 w 931
εἰσί 1 w 935

Dictionary Citations

LSJ

βύω
3 βεβυσμένος τὴν ῥῖνα having oneʼs nose stopped, Hegesipp. 1.26; βεβ. τὰ ὦτα deaf, Luc. Cat. 5; εἷμα βεβ. a close, thick-woven robe, Hp. Mul. 1.1.
ὀμφακίας
2 ὀ. νεκροί unripe, i.e. untimely, dead, Luc. Cat. 5.
στοιβάζω
pile or heap up, pack together, LXX Le. 1.7, al., Luc. Cat. 5:— Pass., of a wall, to be packed, filled up, κεράμοις CPR 232.16 (ii/ iii A.D.); cf. διαστοιβάζω.
τρυγάω
I gather in the fruit or crop, ἑτέρας [σταφυλὰς] τρυγόωσιν Od. 7.124, cf. Ev.Luc. 6.44; σῦκα, σῖτον, Com.Adesp. 812 ( Pass.), 787 (anap.): metaph., τρυγήσομεν αὐτήν (sc. Εἰρήνην) Ar. Pax 1338 (lyr.); τ. παίδων ἄνθος AP 12.256 ( Mel.); ὄμφακας ἡλικίης IG 14.769 ( Naples):— Pass., Hdt. 4.199, Arist. Pr. 925b15, PCair.Zen. 184.5 (iii B. C.); of honey, Mosch. 3.35; καθʼ ὥραν τετρυγημένοι (by death) Luc. Cat. 5.