Scaife ATLAS

CTS Library / Πρὸς τὸν εἰπόντα Προμηθεὺς εἶ ἐν λόγοις

Πρὸς τὸν εἰπόντα Προμηθεὺς εἶ ἐν λόγοις (3)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg064.perseus-grc2:3
Refs {'start': {'reference': '3', 'human_reference': 'Section 3'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καίτοι, φαίη τις ἂν παραμυθούμενος, οὐ ταῦτα εἴκασέ σε τῷ Προμηθεῖ,

27
ἀλλὰ τὸ καινουργὸν τοῦτο ἐπαινῶν καὶ μὴ πρός τι ἄλλο ἀρχέτυπον μεμιμημένον, ὥσπερ ἐκεῖνος οὐκ ὄντων ἀνθρώπων τέως, ἐννοήσας αὐτοὺς ἀνέπλασε, τοιαῦτα ζῷα μορφώσας καὶ διακοσμήσας, ὡς εὐκίνητά τε εἴη καὶ ὀφθῆναι χαρίεντα· καὶ τὸ μὲν ὅλον ἀρχιτέκτων αὐτὸς ἦν, συνειργάζετο δέ τι καὶ Ἀθηνᾶ ἐμπνέουσα τὸν πηλὸν καὶ ἔμψυχα ποιοῦσα εἶναι τὰ πλάσματα. μὲν ταῦτα ἂν εἴποι πρός γε τὸ εὐφημότατον ἐξηγούμενος τὸ εἰρημένον. καὶ ἴσως οὗτος νοῦς ἦν τῷ λελεγμένῳ. ἐμοὶ δὲ οὐ πάνυ ἱκανόν, εἰ καινοποιεῖν δοκοίην, μηδὲ ἔχοι τις λέγειν ἀρχαιότερόν τι τοῦ πλάσματος, οὗ τοῦτο ἀπόγονόν
28
ἐστιν, ἀλλʼ εἰ μὴ καὶ χάριεν φαίνοιτο, αἰσχυνοίμην ἄν, εὖ ἴσθι, ἐπʼ αὐτῷ καὶ ξυμπατήσας ἂν ἀφανίσαιμι· οὐδʼ ἂν ὠφελήσειεν αὐτό, παρὰ γοῦν ἐμοί, καινότης, μὴ οὐχὶ συντετρῖφθαι ἄμορφον ὄν. καὶ εἴ γε μὴ οὕτω φρονοίην, ἄξιος ἄν μοι δοκῶ ὑπὸ ἑκκαίδεκα γυπῶν κείρεσθαι,
p.10
οὐ συνιεὶς ὡς πολὺ ἀμορφότερα τὰ μετὰ τοῦ ξένου ταὐτὸ πεπονθότα.

Tokens

καίτοι 1 w 6
φαίη 1 w 11
τις 1 w 14
ἂν 1 w 16
παραμυθούμενος 1 w 30
οὐ 1 w 33
ταῦτα 1 w 38
εἴκασέ 1 w 44
σε 1 w 46
τῷ 1 w 48
Προμηθεῖ 1 w 56
ἀλλὰ 1 w 61
τὸ 1 w 63
καινουργὸν 1 w 73
τοῦτο 1 w 78
ἐπαινῶν 1 w 85
καὶ 1 w 88
μὴ 1 w 90
πρός 1 w 94
τι 2 w 96
ἄλλο 1 w 100
ἀρχέτυπον 1 w 109
μεμιμημένον 1 w 120
ὥσπερ 1 w 126
ἐκεῖνος 1 w 133
οὐκ 1 w 136
ὄντων 1 w 141
ἀνθρώπων 1 w 149
τέως 1 w 153
ἐννοήσας 1 w 162
αὐτοὺς 1 w 168
ἀνέπλασε 1 w 176
τοιαῦτα 1 w 184
ζῷα 1 w 187
μορφώσας 1 w 195
καὶ 2 w 198
διακοσμήσας 1 w 209
ὡς 1 w 212
εὐκίνητά 1 w 220
τε 1 w 222
εἴη 1 w 225
καὶ 3 w 228
ὀφθῆναι 1 w 235
χαρίεντα 1 w 243
καὶ 4 w 247
τὸ 2 w 249
μὲν 1 w 252
ὅλον 1 w 256
ἀρχιτέκτων 1 w 266
αὐτὸς 1 w 271
ἦν 1 w 273
συνειργάζετο 1 w 286
δέ 1 w 288
τι 3 w 290
καὶ 5 w 293
1 w 294
Ἀθηνᾶ 1 w 299
ἐμπνέουσα 1 w 308
τὸν 1 w 311
πηλὸν 1 w 316
καὶ 6 w 319
ἔμψυχα 1 w 325
ποιοῦσα 1 w 332
εἶναι 1 w 337
τὰ 1 w 339
πλάσματα 1 w 347
1 w 349
μὲν 2 w 352
ταῦτα 2 w 357
ἂν 2 w 359
εἴποι 1 w 364
πρός 2 w 368
γε 1 w 370
τὸ 5 w 372
εὐφημότατον 1 w 383
ἐξηγούμενος 1 w 394
τὸ 6 w 396
εἰρημένον 1 w 405
καὶ 7 w 409
ἴσως 1 w 413
οὗτος 1 w 418
2 w 419
νοῦς 1 w 423
ἦν 2 w 425
τῷ 2 w 427
λελεγμένῳ 1 w 436
ἐμοὶ 1 w 441
δὲ 1 w 443
οὐ 3 w 445
πάνυ 1 w 449
ἱκανόν 1 w 455
εἰ 2 w 458
καινοποιεῖν 1 w 469
δοκοίην 1 w 476
μηδὲ 1 w 481
ἔχοι 1 w 485
τις 2 w 488
λέγειν 1 w 494
ἀρχαιότερόν 1 w 505
τι 5 w 507
τοῦ 2 w 510
πλάσματος 1 w 519
οὗ 2 w 522
τοῦτο 2 w 527
ἀπόγονόν 1 w 535
ἐστιν 1 w 540
ἀλλʼ 1 w 545
εἰ 3 w 547
μὴ 2 w 549
καὶ 8 w 552
χάριεν 1 w 558
φαίνοιτο 1 w 566
αἰσχυνοίμην 1 w 578
ἄν 1 w 580
εὖ 1 w 583
ἴσθι 1 w 587
ἐπʼ 1 w 591
αὐτῷ 1 w 595
καὶ 9 w 598
ξυμπατήσας 1 w 608
ἂν 3 w 610
ἀφανίσαιμι 1 w 620
οὐδʼ 1 w 625
ἂν 4 w 627
ὠφελήσειεν 1 w 637
αὐτό 1 w 641
παρὰ 1 w 646
γοῦν 1 w 650
ἐμοί 1 w 654
2 w 656
καινότης 1 w 664
μὴ 3 w 667
οὐχὶ 1 w 671
συντετρῖφθαι 1 w 683
ἄμορφον 1 w 690
ὄν 2 w 692
καὶ 10 w 696
εἴ 4 w 698
γε 3 w 700
μὴ 4 w 702
οὕτω 1 w 706
φρονοίην 1 w 714
ἄξιος 1 w 720
ἄν 2 w 722
μοι 1 w 725
δοκῶ 1 w 729
ὑπὸ 1 w 732
ἑκκαίδεκα 1 w 741
γυπῶν 1 w 746
κείρεσθαι 1 w 755
οὐ 6 w 758
συνιεὶς 1 w 765
ὡς 2 w 767
πολὺ 1 w 771
ἀμορφότερα 1 w 781
τὰ 2 w 783
μετὰ 1 w 787
τοῦ 4 w 790
ξένου 1 w 795
ταὐτὸ 1 w 800
πεπονθότα 1 w 809

Dictionary Citations

LSJ

εὔφημος
2 mild, softening (cf. εὐφημία II.1, εὐφημισμός) , ἐν-οτάτοις ὀνόμασι . . κατονομάζειν Pl. Alc. 2.140c; πρὸς τὸ -ότατον, Lat. in meliorem partem, Luc. Prom.Es 3. Adv. Comp. - ότερον Eust. 1398.49.
καινοποιέω
II make changes, innovate, πολλὰ κ. [ ἡ τύχη] Plb. 1.4.5, etc.: abs., Luc. Prom.Es 3, etc.:— Pass., τί καινοποιηθὲν λέγεις; what new-fangled, strange words are these? S. -Tr. 873, cf. Plb. 9.2.4; τὰ καινοποιηθέντα innovations, OGI 669.44 ( Egypt, i A. D.), cf. POxy. 237 viii 42 (ii A. D.).
καινουργός
II Pass., τὸ κ. novelty, Luc. Prom.Es 3; τῶν κολάσεων τὸ πρὸς ὠμότητα κ. Id. Cat. 26.
συνεργάζομαι
work with, co-operate, l.c., Arist. GA 753a18, Thphr. Vent. 21; σ. πρός τι contribute towards or to a thing, X. Cyr. 7.1.33, Arist. Pr. 880b23, Thphr. Lass. 15; take part in a work of construction, IG 7.3073.21 ( Lebad., ii B.C.); εἰς ἐργάτην τὸν -αζόμενον αὐτῷ PCair.Zen. 176.23 (iii B.C.); σ. μετά τινος POxy. 527.3 (iii/ii A.D.); with neut. Adj., πολλά τισι ξυνειργασμένη Luc. Dem. Enc. 38, cf. Prom.Es 3; ὁ Συνεργαζόμενος, title of mime by Herodas.
χαρίεις
I Hom. freq. of the works of men, [ πέπλος] χαριέστατος Il. 6.90, 271; εἵματα 5.905; ἔργα Od. 10.223; φᾶρος 5.231; also, gracious, ἀμοιβή 3.58; ἀοιδή 24.197; τέλος χαριέστερον 9.5; δῶρα χ. acceptable gifts, Il. 8.204, Ar. Pl. 849; οὐ πάντεσσι θεοὶ χαρίεντα διδοῦσιν Od. 8.167; εἴ ποτέ τοι χαρίεντʼ ἐπὶ νηὸν ἔρεψα Il. 1.39; of the parts of a person, χ. μέτωπον, πρόσωπον, κάρη, 16.798, 18.24, 22.403; μέλεα Archil. 12; of a youth, πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦπερ χαριεστάτη ἥβη Il. 24.348 (also -έστατος ἥβη Od. 10.279); of persons first in Hes. Th. 247; χαρίεσσα δέμας ib. 260; ὦ κάλα, ὦ χαρίεσσα Sapph. η̄ 5 App. p.48 Lobel, cf. Alc. 46; φυὴν χαριέστερος Tyrt. 12.5; σοὶ χάριεν μὲν εἶδος Sapph. η̄ 9 App. p.49 Lobel; once in Trag., σὰν χαρίεσσαν ὥραν E. Fr. 453.6 (lyr.); also χαρίεσσα χελιδοῖ Anacr. 67: later ζῷα ὀφθῆναι χαρίεντα Luc. Prom.Es 3.