LSJ
V
hold account, treat, ἄ. ἀρετὰν οὐκ αἴσχιον φυᾶς Pi. I. 7(6).22; ἐν τιμῇ ἄγειν or ἄγεσθαι, ἐν οὐδεμιῇ μοίρῃ ἄ., περὶ πλείστου ἄ., Hdt. 1.134, 2.172, 9.7, etc.; θεοὺς ἄ. to believe in, A. Supp. 924; διὰ τιμῆς ἄ. τινά, etc., Luc. Prom.Es 4, etc.; τὸ πρᾶγμʼ ἄ . . . ὡς παρʼ οὐδέν S. Ant. 34; τὴν Ἀφροδίτην πρόσθʼ ἄ. τοῦ Βακχίου E. Ba. 225; τιμιώτερον ἄ. τινά Th. 8.81; εὐεργεσίας εἰς ἀχαριστίαν καὶ προπηλακισμὸν ἄ. D. 18.316:—with Adverbs, δυσφόρως τοὔνειδος ἦγον S. OT 784; ἐντίμως ἄ. Pl. R. 528c, etc.:— Pass., ἠγόμην δʼ ἀνὴρ ἀστῶν μέγιστος S. OT 775.
2
saddle, ἐπιστρῶσαι τὸν ὄνον J. AJ 8.9.1; [ ἡ κάμηλος] ἁλουργίδι ἐπέστρωτο Luc. Prom.Es 4.
half-white, Luc. Prom.Es 4.
anything stored up as valuable, treasure, heirloom, τῆ νῦν, καὶ σοὶ τοῦτο, γέρον, κ. ἔστω Il. 23.618, cf. Xenoph. 2.9, etc.; δῶρον . . ὅ τοι κ. ἔσται Od. 1.312; ἐν ἀφνειοῦ πατρὸς κ. κεῖται, χαλκός τε χρυσός τε πολύκμητός τε σίδηρος Il. 6.47; opp. live chattels ( πρόβασις), Od. 2.75 (pl.), S. El. 438, E. Heracl. 591; of a person, Id. Rh. 654; of a fish, κ. Ἀμφιτρίτης Theoc. 21.55: metaph., κ. ἐσθλά. of γνῶμαι, E. Fr. 362.4: rare in Prose, Hdt. 3.41, Luc. Prom.Es 4, PGiss. 35.2 (iii A.D.): metaph., φίλος ἀνυπόστατον κ. Secund. Sent. 11; in bad sense, κακὸν κ. Hp. Lex 4.
feel disgust at, loathe, c. acc., Hp. Morb. 2.48, E. l.c., X. Cyr. 1.3.5; ὡς ἐπὶ τέρατι Luc. Prom.Es 4.
2
φ. ἀπό τινος to be afraid of one (prob. a Hebraism), LXX Le. 26.2, Je. 1.8, Ev.Matt. 10.28, Ev.Luc. 12.4; ἔκ τινος from some cause, S. Tr. 671; εἴς τι to be alarmed at a thing, Id. OT 980; πρός τι Id. Tr. 1211, Luc. Prom.Es 4, Lib. Or. 50.18; ἐπί τινι fear for . . Luc. DMar. 14.4; but φ. ἀμφὶ γυναικί fear about . . , Hdt. 6.62; περὶ ἡμῶν X. Cyr. 5.2.35, etc.; περί τινι Pl. Euthd. 275b ( περὶ σφίσιν αὐτοῖς τὸ κατάδηλον Th. 4.123); περὶ χωρίῳ Id. 2.90; ὑπὲρ τῶν μελλόντων And. 4.36; περί τι Pl. Cra. 404e; πρὸς ἀνδρὸς ἢ τέκνων S. Tr. 150.