Scaife ATLAS

CTS Library / Βίων Πρᾶσις

Βίων Πρᾶσις (11)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg024.perseus-grc2:11
Refs {'start': {'reference': '11', 'human_reference': 'Section 11'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Ἀγοράστης

ἄπαγε· μιαρὰ γὰρ καὶ οὐκ ἀνθρώπινα λέγεις.

Διογένης

ἀλλὰ ῥᾷστά γε, οὗτος, καὶ πᾶσιν εὐχερῆ μετελθεῖν· οὐ γάρ σοι δεήσει παιδείας καὶ λόγων καὶ λήρων, ἀλλʼ ἐπίτομος αὕτη σοι πρὸς δόξαν ὁδός· κἂν ἰδιώτης ᾖς, ἤτοι σκυτοδέψης

v.2.p.470
ταριχοπώλης τέκτων τραπεζίτης, οὐδέν σε κωλύσει θαυμαστὸν εἴναι, ἢν μόνον ἀναίδεια καὶ τὸ θράσος παρῇ καὶ λοιδορεῖσθαι καλῶς ἐκμάθῃς.

Ἀγοράστης

πρὸς ταῦτα μὲν οὐ δέομαί σου. ναύτης δʼ ἂν ἴσως κηπουρὸς ἐν καιρῷ γένοιο, καὶ ταῦτα, ἢν ἐθέλῃ σε ἀποδόσθαι οὑτοσὶ τὸ μέγιστον δύʼ ὀβολῶν.

Ἑρμῆς

ἔχε λαβών· καὶ γὰρ ἄσμενοι ἀπαλλαξόμεθα ἐνοχλοῦντος αὐτοῦ καὶ βοῶντος καὶ ἅπαντας ἁπαξαπλῶς ὑβρίζοντος καὶ ἀγορεύοντος κακῶς.

Tokens

Ἀγοράστης 1 w 9
ἄπαγε 1 w 14
μιαρὰ 1 w 20
γὰρ 1 w 23
καὶ 1 w 26
οὐκ 1 w 29
ἀνθρώπινα 1 w 38
λέγεις 1 w 44
Διογένης 1 w 53
ἀλλὰ 1 w 57
ῥᾷστά 1 w 62
γε 3 w 64
1 w 66
οὗτος 1 w 71
καὶ 2 w 75
πᾶσιν 1 w 80
εὐχερῆ 1 w 86
μετελθεῖν 1 w 95
οὐ 2 w 98
γάρ 1 w 101
σοι 1 w 104
δεήσει 1 w 110
παιδείας 1 w 118
καὶ 3 w 121
λόγων 1 w 126
καὶ 4 w 129
λήρων 1 w 134
ἀλλʼ 1 w 139
ἐπίτομος 1 w 147
αὕτη 1 w 151
σοι 2 w 154
πρὸς 1 w 158
δόξαν 1 w 163
1 w 164
ὁδός 1 w 168
κἂν 1 w 172
ἰδιώτης 1 w 179
ᾖς 1 w 181
ἤτοι 1 w 186
σκυτοδέψης 1 w 196
1 w 197
ταριχοπώλης 1 w 208
2 w 209
τέκτων 1 w 215
3 w 216
τραπεζίτης 1 w 226
οὐδέν 1 w 232
σε 2 w 234
κωλύσει 1 w 241
θαυμαστὸν 1 w 250
εἴναι 1 w 255
ἢν 1 w 258
μόνον 1 w 263
2 w 264
ἀναίδεια 1 w 272
καὶ 5 w 275
τὸ 2 w 277
θράσος 1 w 283
παρῇ 1 w 287
καὶ 6 w 290
λοιδορεῖσθαι 1 w 302
καλῶς 1 w 307
ἐκμάθῃς 1 w 314
Ἀγοράστης 2 w 324
πρὸς 2 w 328
ταῦτα 1 w 333
μὲν 1 w 336
οὐ 4 w 338
δέομαί 1 w 344
σου 1 w 347
ναύτης 1 w 354
δʼ 1 w 356
ἂν 2 w 358
ἴσως 1 w 362
5 w 363
κηπουρὸς 1 w 371
ἐν 1 w 373
καιρῷ 1 w 378
γένοιο 1 w 384
καὶ 7 w 388
ταῦτα 2 w 393
ἢν 2 w 396
ἐθέλῃ 1 w 401
σε 4 w 403
ἀποδόσθαι 1 w 412
οὑτοσὶ 1 w 418
τὸ 3 w 420
μέγιστον 1 w 428
δύʼ 1 w 431
ὀβολῶν 1 w 437
Ἑρμῆς 1 w 443
ἔχε 1 w 446
λαβών 1 w 451
καὶ 8 w 455
γὰρ 2 w 458
ἄσμενοι 1 w 465
ἀπαλλαξόμεθα 1 w 477
ἐνοχλοῦντος 1 w 488
αὐτοῦ 1 w 493
καὶ 9 w 496
βοῶντος 1 w 503
καὶ 10 w 506
ἅπαντας 1 w 513
ἁπαξαπλῶς 1 w 522
ὑβρίζοντος 1 w 532
καὶ 11 w 535
ἀγορεύοντος 1 w 546
κακῶς 1 w 551

Dictionary Citations

LSJ

σκυτοδέψης
leather-dresser, currier, Thphr. Char. 16.6, HP 3.18.5, Plu. Num. 17 (gen. pl.), Luc. Vit.Auct. 11; cf. σκυλοδέψης.