Scaife ATLAS

CTS Library / Βίων Πρᾶσις

Βίων Πρᾶσις (10)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg024.perseus-grc2:10
Refs {'start': {'reference': '10', 'human_reference': 'Section 10'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Διογένης

δὲ μάλιστα δεῖ προσεῖναι, ταῦτά ἐστιν· ἰταμὸν χρὴ εἶναι καὶ θρασὺν καὶ λοιδορεῖσθαι πᾶσιν ἑξῆς καὶ βασιλεῦσι καὶ ἰδιώταις· οὕτω γὰρ ἀποβλέψονταί σε καὶ ἀνδρεῖον ὑπολήψονται. βάρβαρος δὲ φωνὴ ἔστω καὶ ἀπηχὲς τὸ φθέγμα καὶ ἀτεχνῶς ὅμοιον κυνί, καὶ πρόσωπον δὲ ἐντεταμένον καὶ βάδισμα τοιούτῳ προσώπῳ πρέπον, καὶ ὅλως θηριώδη τὰ πάντα καὶ ἄγρια. αἰδὼς δὲ καὶ ἐπιείκεια καὶ μετριότης ἀπέστω, καὶ τὸ ἐρυθριᾶν ἀπόξυσον τοῦ προσώπου παντελῶς. δίωκε δὲ τὰ πολυανθρωπότατα τῶν χωρίων, καὶ ἐν αὐτοῖς τούτοις μόνος καὶ ἀκοινώνητος εἶναι θέλε μὴ φίλον, μὴ ξένον προσιέμενος· κατάλυσις γὰρ τὰ τοιαῦτα τῆς ἀρχῆς. ἐν ὄψει δὲ πάντων, μηδὲ ἰδίᾳ ποιήσειεν ἄν τις, θαρρῶν ποίει, καὶ τῶν ἀφροδισίων αἱροῦ τὰ γελοιότερα, καὶ τέλος, ἤν σοι δοκῇ, πολύποδα ὠμὸν σηπίαν φαγὼν ἀπόθανε. ταύτην σοι τὴν εὐδαιμονίαν προξενοῦμεν.

Tokens

Διογένης 1 w 8
1 w 9
δὲ 1 w 11
μάλιστα 1 w 18
δεῖ 1 w 21
προσεῖναι 1 w 30
ταῦτά 1 w 36
ἐστιν 1 w 41
ἰταμὸν 1 w 48
χρὴ 1 w 51
εἶναι 1 w 56
καὶ 1 w 59
θρασὺν 1 w 65
καὶ 2 w 68
λοιδορεῖσθαι 1 w 80
πᾶσιν 1 w 85
ἑξῆς 1 w 89
καὶ 3 w 92
βασιλεῦσι 1 w 101
καὶ 4 w 104
ἰδιώταις 1 w 112
οὕτω 1 w 117
γὰρ 1 w 120
ἀποβλέψονταί 1 w 132
σε 2 w 134
καὶ 5 w 137
ἀνδρεῖον 1 w 145
ὑπολήψονται 1 w 156
βάρβαρος 1 w 165
δὲ 2 w 167
1 w 168
φωνὴ 1 w 172
ἔστω 1 w 176
καὶ 6 w 179
ἀπηχὲς 1 w 185
τὸ 1 w 187
φθέγμα 1 w 193
καὶ 7 w 196
ἀτεχνῶς 1 w 203
ὅμοιον 1 w 209
κυνί 1 w 213
καὶ 8 w 217
πρόσωπον 1 w 225
δὲ 3 w 227
ἐντεταμένον 1 w 238
καὶ 9 w 241
βάδισμα 1 w 248
τοιούτῳ 1 w 255
προσώπῳ 1 w 262
πρέπον 1 w 268
καὶ 10 w 272
ὅλως 1 w 276
θηριώδη 1 w 283
τὰ 1 w 285
πάντα 1 w 290
καὶ 11 w 293
ἄγρια 1 w 298
αἰδὼς 1 w 304
δὲ 4 w 306
καὶ 12 w 309
ἐπιείκεια 1 w 318
καὶ 13 w 321
μετριότης 1 w 330
ἀπέστω 1 w 336
καὶ 14 w 340
τὸ 2 w 342
ἐρυθριᾶν 1 w 350
ἀπόξυσον 1 w 358
τοῦ 1 w 361
προσώπου 1 w 369
παντελῶς 1 w 377
δίωκε 1 w 383
δὲ 5 w 385
τὰ 2 w 387
πολυανθρωπότατα 1 w 402
τῶν 1 w 405
χωρίων 1 w 411
καὶ 15 w 415
ἐν 2 w 417
αὐτοῖς 1 w 423
τούτοις 1 w 430
μόνος 1 w 435
καὶ 16 w 438
ἀκοινώνητος 1 w 449
εἶναι 2 w 454
θέλε 1 w 458
μὴ 1 w 460
φίλον 1 w 465
μὴ 2 w 468
ξένον 1 w 473
προσιέμενος 1 w 484
κατάλυσις 1 w 494
γὰρ 2 w 497
τὰ 3 w 499
τοιαῦτα 1 w 506
τῆς 1 w 509
ἀρχῆς 1 w 514
ἐν 3 w 517
ὄψει 1 w 521
δὲ 6 w 523
πάντων 1 w 529
2 w 531
μηδὲ 1 w 535
ἰδίᾳ 1 w 539
ποιήσειεν 1 w 548
ἄν 1 w 550
τις 1 w 553
θαρρῶν 1 w 560
ποίει 1 w 565
καὶ 17 w 569
τῶν 2 w 572
ἀφροδισίων 1 w 582
αἱροῦ 1 w 587
τὰ 4 w 589
γελοιότερα 1 w 599
καὶ 18 w 603
τέλος 1 w 608
ἤν 1 w 611
σοι 1 w 614
δοκῇ 1 w 618
πολύποδα 1 w 627
ὠμὸν 1 w 631
1 w 632
σηπίαν 1 w 638
φαγὼν 1 w 643
ἀπόθανε 1 w 650
ταύτην 1 w 657
σοι 2 w 660
τὴν 1 w 663
εὐδαιμονίαν 1 w 674
προξενοῦμεν 1 w 685

Dictionary Citations

LSJ

ἀπηχής
discordant, v.l. in Pl. Phdr. 257b (Hermias), cf. Aristid. Or. 40(5).8, Luc. Vit.Auct. 10; out of tune with oneʼs surroundings, Alciphr. 3.70.
ἀποβλέπω
4 look upon with love, wonder or admiration, look at as a model, c. acc., οὐ χρὴ . . μέγαν ὄλβον ἀ. S. Fr. 593; ἀ. τινά Luc. Vit.Auct. 10, cf. D. 19.265; προϊόντα ἴσα θεῷ ἀπέβλεπον Philostr. VA 5.24; more freq. with a Prep., εἰς ἔμʼ Ἑλλὰς . . ἀ. E. IA 1378; ἡ σὴ πατρὶς εἰς σὲ ἀ. X. HG 6.1.8, cf. Th. 3.58; εἰς τὴν εὐσέβειαν τῆς θεοῦ SIG 867.11 ( Ephesus); so ἀ. πρός τινα E. IT 928, X. Mem. 4.2.30, Thphr. Char. 2.2; of a vain person, ἀ. εἰς τὴν ἑαντῆς σκιάν X. Mem. 2.1.22; of entire dependence, πάντα ἀ. εἰς τὸν ἐραστήν Pl. Phdr. 239b; εἰς ἀλλοτρίαν τράπεζαν X. An. 7.2.33; look longingly, ἐς τὸν ἀγρόν Ar. Ach. 32:— Pass., to be looked up to, Id. Ec. 726, Aeschin.Socr. Fr. 56D.; ὡς εὐδαίμων ἀ. Luc. Nigr. 13, cf. Somn. 11.
ἀποξέω
3 ἀπέξεσας τὴν αἰδῶ τοῦ προσώπου strip it off like a mask, Alciphr. 3.2, cf. Luc. Vit.Auct. 10 (v.l. -ξυσον).
ἀποξύω
2 strip off as it were a skin, γῆρας ἀποξύσας θήσει νέον Il. 9.446, cf. Nosti Fr. 6; κόρυζαν ἀποξύσας (prob. f.l. for ἀπομύξας) Luc. Nav. 45; τὸ ἐρυθριᾶν ἀ. τοῦ προσώπου v.l. in Id. Vit.Auct. 10: so in Pass., ἀπέξυσται τὴν αἰδῶ τοῦ προσώπου Alciphr. 3.40:— Med., scrape off, φάρμακον D.Chr. 32.44.
ἐντείνω
II strain, exert, τὰς ἀκοάς Polyaen. 1.21.2; ἑαυτόν Plu. An seni 2.795f:— Med., φωνὴν ἐντεινάμενος Aeschin. 2.157; ἐντεινάμενοι τὴν ἁρμονίαν pitching the tune high, Ar. Nu. 968:— Pass., πρόθυμοι καὶ ἐντεταμένοι εἰς τὸ ἔργον braced up for action, X. Oec. 21.9; τῇ διανοία περί τι Plb. 10.3.1; ἐνταθῆναι περί τινος PSI 4.340 (iii B.C.); ἐντεινόμενος on the stretch, eager, opp. ἀνιέμενος, X. Mem. 3.10.7, cf. Cyn. 7.8; μᾶλλον ἐντεινάμενος εἶπον Pl. R. 536c; πρόσωπον ἐντεταμένον a serious face, Luc. Vit. Auct. 10.
πολύπους
πολύπους (B) (first in Arist.), later Gr. for πουλύ-, ποδος, ὁ:— Declension: nom. πουλύπους S. Fr. 307, Ar. Fr. 318, Eup. 110, etc.; gen. πουλύποδος Od. 5.432, Pl.Com. 173.16, Eub. 101; acc. πουλύπουν Ion Trag. 36, Ar. Fr. 190, Hegem. 1, Alex. 170, etc.: pl., nom. πουλύποδες h.Ap. 77, Hp. Vict. 2.48, Diocl. Fr. 132; acc. -ποδας Pherecr. 13, Pl.Com. 93; gen. πουλυπόδων Anaxandr. 41.29 (anap.); later, acc.sg. πολύποδα Luc. Vit.Auct. 10, πολύπουν Id. DMar. 4.2: pl. πολύποδες, etc., Arist. HA 541b1, al.; acc. πολύπους ib. 534a25, Dsc. 1.74 (in signf. III): —in Poets freq. declined as if from πούλυπος, gen. πουλύπου Thgn. 215, Ar. Fr. 191: pl., gen. πουλύπων Amips. 6; acc. πουλύπους Ar. Fr. 189: Dor. pl. nom. πώλυποι Epich. 61; acc. πωλύπους Id. 124: also nom. sg. πώλυπος Hp. Aff. 5 (v.l.); πῶλυψ Diph.Siph. ap. Ath. 8.356e, (in signf. III) Poll. 4.204: acc. pl. πώλυπας Dsc. 2.166; also acc. pl. πόλυπας and acc. and gen. sg. πόλυπα, πόλυπος, Paul.Aeg. 6.25:—
προξενέω
1 manage or effect anything for another, τἄλλα E. Ion 335; θράσος π. lend daring, S. Tr. 726; π. τιμήν, εὐδαιμονίαν τινί, procure it for him, Plu. Caes. 60, Luc. Vit.Auct. 10; φιλίας βασιλέων Plu. Sol. 2; ὄψις π. ἡδονήν Aristid. Or. 53(55).4; γυναῖκας ἐπιπόνους, ἄνδρας συστατικούς, Procl. Par.Ptol. 255, 256; οὐδεμίαν ὠφέλειαν Gal. 6.830: in bad sense, π. κίνδυνόν τινι put danger upon one, X. An. 6.5.14, cf. Ael. VH 13.33; π. ὀνείδη, ἀνάγκας τινί, Plu. Alex. 22, Aristid. 1.488 J.: c. dat. et inf., ὑμῖν ὧδʼ ὁρᾶν τὰ πρόσθε λαμπρὰ προὐξένησαν ὄμματα have granted to you to see thus my once bright eyes, S. OT 1483; π. τινὶ τὸ καταλῦσαι βίον grant one to die, X. Ap. 7; π. τινί guide one, give him directions, S. OC 465.