Scaife ATLAS

CTS Library / Ὀλυνθιακὸς β΄

Ὀλυνθιακὸς β΄ (20)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg002.perseus-grc2:20
Refs {'start': {'reference': '20', 'human_reference': 'Section 20'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καίτοι ταῦτα, καὶ εἰ μικρά τις ἡγεῖται, μεγάλʼ, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δείγματα τῆς ἐκείνου γνώμης καὶ κακοδαιμονίας ἐστὶ τοῖς εὖ φρονοῦσιν. ἀλλʼ, οἶμαι, νῦν μὲν ἐπισκοτεῖ τούτοις τὸ κατορθοῦν· αἱ γὰρ εὐπραξίαι δειναὶ συγκρύψαι τὰ τοιαῦτʼ ὀνείδη· εἰ δέ τι πταίσει, τότʼ ἀκριβῶς αὐτοῦ ταῦτʼ ἐξετασθήσεται. δοκεῖ δʼ ἔμοιγʼ, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δείξειν οὐκ εἰς μακράν, ἂν οἵ τε θεοὶ θέλωσι καὶ ὑμεῖς βούλησθε.

Tokens

καίτοι 1 w 6
ταῦτα 1 w 11
καὶ 1 w 15
εἰ 1 w 17
μικρά 1 w 22
τις 1 w 25
ἡγεῖται 1 w 32
μεγάλʼ 1 w 39
1 w 41
ἄνδρες 1 w 47
Ἀθηναῖοι 1 w 55
δείγματα 1 w 64
τῆς 1 w 67
ἐκείνου 1 w 74
γνώμης 1 w 80
καὶ 2 w 83
κακοδαιμονίας 1 w 96
ἐστὶ 1 w 100
τοῖς 1 w 104
εὖ 1 w 106
φρονοῦσιν 1 w 115
ἀλλʼ 1 w 120
οἶμαι 1 w 126
νῦν 1 w 130
μὲν 1 w 133
ἐπισκοτεῖ 1 w 142
τούτοις 1 w 149
τὸ 1 w 151
κατορθοῦν 1 w 160
αἱ 1 w 163
γὰρ 1 w 166
εὐπραξίαι 1 w 175
δειναὶ 1 w 181
συγκρύψαι 1 w 190
τὰ 1 w 192
τοιαῦτʼ 1 w 199
ὀνείδη 1 w 205
εἰ 2 w 208
δέ 1 w 210
τι 2 w 212
πταίσει 1 w 219
τότʼ 1 w 224
ἀκριβῶς 1 w 231
αὐτοῦ 1 w 236
ταῦτʼ 1 w 241
ἐξετασθήσεται 1 w 254
δοκεῖ 1 w 260
δʼ 1 w 262
ἔμοιγʼ 1 w 268
2 w 270
ἄνδρες 2 w 276
Ἀθηναῖοι 2 w 284
δείξειν 1 w 292
οὐκ 1 w 295
εἰς 1 w 298
μακράν 1 w 304
ἂν 1 w 307
οἵ 1 w 309
τε 2 w 311
θεοὶ 1 w 315
θέλωσι 1 w 321
καὶ 3 w 324
ὑμεῖς 1 w 329
βούλησθε 1 w 337

Dictionary Citations

LSJ

βούλομαι
will, wish, be willing, Hom., etc.: usu. implying choice or preference (cf. IV) opp. ἐθέλω ‘consent’, εἰ βούλει, ἐγὼ ἐθέλω Pl. Grg. 522e, cf. R. 347b, 437b; ἐὰν βούλῃ σὺ . . ἐὰν θεὸς ἐθέλῃ Id. Alc. 1.135d; ἂν οἵ τε θεοὶ ʼθέλωσι καὶ ὑμεῖς βούλησθε D. 2.20; οὔτʼ ἀκούειν ἠθέλετʼ οὔτε πιστεύειν ἐβούλεσθε Id. 19.23; but ἐθέλω is also used = ‘wish’, λέξαι θέλω σοι, πρὶν θανεῖν, ἃ βούλομαι, E. Alc. 281 (so ἐθέλω εἰπεῖν Pl. Prt. 309b, but φράσαι τι βούλομαι Ar. Pl. 1090): Hom. uses βούλομαι for ἐθέλω in the case of the gods, for with them wish is will: ἐθέλω is more general, and is sts. used where βούλομαι might have stood, e.g. Il. 7.182.—Construct.: mostly c. inf., Τρώεσσιν ἐβούλετο κῦδος ὀρέξαι 11.79, etc.; sts. c. inf. fut., Thgn. 184; c. acc. et inf., Od. 4.353, and freq. in Prose: when βούλομαι is folld. by acc. only, an inf. may generally be supplied, as καί κε τὸ βουλοίμην (sc. γενέσθαι) Od. 20.316; ἔτυχεν ὧν ἐβούλετο (sc. τυχεῖν) Antiph. 18.6; πλακοῦντα β. (sc. σε λέγειν) Id. 52.11; καὶ εἰ μάλα βούλεται ἄλλῃ [Ποσειδάων] (sc. τοῦτο γενέσθαι) Il. 15.51; so εἰς τὸ βαλανεῖον βούλομαι (sc. ἰέναι) Ar. Ra. 1279; βουλοίμην ἄν (sc. τόδε γενέσθαι) Pl. Euthphr. 3a.
δεινός
III clever, skilful, first in Hdt. 5.23 ἀνὴρ δ. τε καὶ σοφός; of Odysseus, γλώσσῃ . . δεινοῦ καὶ σοφοῦ S. Ph. 440, cf. OC 806, Antipho 2.2.3, Lys. 7.12; σοφὸς καὶ δ. Pl. Prt. 341a; opp. σοφός, of practical ability, Id. Phdr. 245c, Tht. 164d; opp. ἰδιώτης, D. 4.35: c. inf., δεινὸς εὑρεῖν A. Pr. 59; δεινοὶ πλέκειν τοι μηχανὰς Αἰγύπτιοι Id. Fr. 373; δ. λέγειν clever at speaking, S. OT 545, etc.; δ. εἰπεῖν is rare, D. 20.150; νόσος δ. φαγεῖν Ar. Nu. 243; δ. πράγμασι χρῆσθαι D. 1.3; αἱ εὐπραξίαι δ. συγκρύψαι τὰ ὀνείδη are wonderfully liable to . ., Id. 2.20: c. acc., δ. τὴν τέχνην Ar. Ec. 364; δ. περὶ τοὺς λόγους τοὺς εἰς τὰ δικαστήρια Pl. Euthd. 304d; ἐς τὰ πάντα Ar. Ra. 968; δ. περὶ τὸ ἀδικεῖν, περὶ Ὁμήρου, Pl. R. 405c, Ion 531a; δ. ἀμφί τι Arr. Tact. 9.5; δ. κατὰ χειρουργίαν Ael. VH 3.1; ἐν λόγοισι δ. Ὑπερείδης Timocl. 4.7 (but also of the forcible, vehement, style in oratory, Demetr. Eloc. 240, al.); in bad sense, over-clever, Pl. Euthphr. 3c; δ. ὑπὸ πανουργίας Id. Tht. 176d, cf. Arist. EN 1144a27. (For δϝεινός, cf. Δϝενία, gen. of pr.n. Δεινίας, IG 4.858.)
ἐξετάζω
ἐξετάζω, fut. ἐξετάσω, rarely ἐξετῶ Isoc. 9.34, cf. AB 251: aor. ἐξήτασα Ar. Th. 438, S. OC 211 (lyr.), etc., Dor. ἐξήταξα Theoc. 14.28: pf. ἐξήτακα Pl. Tht. 154d, etc.:— Pass., fut. -ετασθήσομαι D. 2.20: aor. -ητάσθην (v. infr.): pf. -ήτασμαι (v. sub fin.):—
ἐπισκοτέω
2 throw darkness or obscurity over, τῇ κρίσει Sor. Vit.Hippocr. 13, Arist. Rh. 1354b11; ταῖς τῆς ψυχῆς ἐπιμελείαις Isoc. 1.6; τὸ πρὸς χάριν ῥηθὲν ἐ. τῷ καθορᾶν Id. 8.10, cf. D. 2.20; οἶνος τῷ φρονεῖν ἐπισκοτεῖ Eub. 135 = Ophelio 4; ἐ. γὰρ τῷ φρονεῖν τὸ λαμβάνειν Antiph. 250; τὸ δʼ ἐρᾶν ἐ. ἅπασιν, ὡς ἔοικε Men. 48; ἡ ὀργὴ ἐ. τοῖς λογισμοῖς Phld. Ir. p.78 W.:— Pass., to be in the dark or in uncertainty, ἐπισκοτεόμενος τῇ ἀπειρίῃ Hp. Praec. 8; ἐπισκοτεῖσθαι καὶ κωλύεσθαι Plb. 2.39.12; to be obscured, ὑπό τινος Id. 12.25d. 7; to be blinded, τὰς ὄψεις ὑπὸ θεοῦ J. AJ 9.4.3, cf. Ph. 2.62.
κακοδαιμονία
II possession by an evil spirit, Ar. Pl. 501, X. Mem. 2.3.19, D. 2.20.
κατορθόω
II Pass., go on prosperously, succeed, opp. πταίειν, Th. 6.12, cf. D. 11.11, Men. Epit. 339; opp. ἡττᾶσθαι, ἔν τινι Isoc. 4.124; opp. ἀτυχεῖν, ib. 48; opp. ἁμαρτάνειν, Arist. EN 1106b31, Chrysipp.Stoic. 2.295; κ. τῷ σώματι Pl. Lg. 654c; of success in war, X. Mem. 3.1.3; τῇ μάχῃ, τοῖς ὅλοις, Plb. 2.70.6, 3.48.2; περί τινας τῶν πράξεων Isoc. 7.11; τὸ κατορθοῦν success, D. 2.20.
πταίω
πταίω, Th. 1.122, etc.: fut. πταίσω D. 2.20: aor. ἔπταισα Hdt. 9.101, etc.: pf. ἔπταικα Men. 675, Bato 1, Plb. 3.48.4, ( προσ-) Isoc. 6.82:— Pass., v. infr. 1:
πταίω
2 make a false step or mistake, Th. 2.43, D. 2.20, Men. 672, etc.; ἐὰν πταίωσί τι when they make a blunder, of medical men, Philem. 75.5; οὐκ ἐλάττω, ἐλάχιστα, τὰ πλείω π., Th. 1.122, 4.18, 6.33; ἔν τισι D. 18.286; λογισμοῖς Men. 380; τῇ μάχῃ, τοῖς ὅλοις, τοῖς πράγμασι, etc., Plb. 18.14.13, 3.48.4, 1.10.1, etc.; ἀψευδὴς ὢν καὶ μὴ π. τῇ διανοίᾳ περὶ τὰ ὄντα Pl. Tht. 160d; also π. ὑπʼ ἀνάγκας S. Ph. 215 (lyr.); ὑπό τινος π. τῇ πατρίδι Plb. 5.93.2; ἐκ τύχης Id. 2.7.3.
συγκρύπτω
cover up or completely, [ ὅπλοις] δέμας E. Heracl. 721; conceal, Hp. Fract. 20, E. IT 1052, Fr. 683, X. Cyr. 8.1.40, D. 2.20; πενίαν Amphis 17; τῷ λόγῳ σ. τι D. Prooem. 37 ( συγκρύψεται Schäfer); δυσμένειαν Plu. Galb. 18.
συσκιάζω
2 throw into obscurity, συγκρύψαι καὶ σ. τὰς ἁμαρτίας D. 11.13, cf. 2.20 (v.l.); τὰ τῆς φύσεως ἀπόρρητα Ph. 1.635; of events, overshadow, ὁ . . πόλεμος σ. τὸ περὶ τὴν γυναῖκα πάθος Eun. Hist. p.254 D.:— Pass., φράσις συνεσκιασμένη obscure, Porph. in Ptol. 181 Prooem.; εἰ μὴ ἀπάτῃ συσκιάζεσθε are not under the shadow of a delusion, Hp. Ep. 11.