Scaife ATLAS

CTS Library / Ὀλυνθιακὸς β΄

Ὀλυνθιακὸς β΄ (19)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg002.perseus-grc2:19
Refs {'start': {'reference': '19', 'human_reference': 'Section 19'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

λοιποὺς δὴ περὶ αὐτὸν εἶναι λῃστὰς καὶ κόλακας καὶ τοιούτους ἀνθρώπους οἵους μεθυσθέντας ὀρχεῖσθαι τοιαῦθʼ οἷʼ ἐγὼ νῦν ὀκνῶ πρὸς ὑμᾶς ὀνομάσαι. δῆλον δʼ ὅτι ταῦτʼ ἐστὶν ἀληθῆ· καὶ γὰρ οὓς ἐνθένδε πάντες ἀπήλαυνον ὡς πολὺ τῶν θαυματοποιῶν ἀσελγεστέρους ὄντας, Καλλίαν ἐκεῖνον τὸν δημόσιον καὶ τοιούτους ἀνθρώπους, μίμους γελοίων καὶ ποιητὰς αἰσχρῶν ᾀσμάτων, ὧν εἰς τοὺς συνόντας ποιοῦσιν εἵνεκα τοῦ γελασθῆναι, τούτους ἀγαπᾷ καὶ περὶ αὑτὸν ἔχει.

Tokens

λοιποὺς 1 w 7
δὴ 1 w 9
περὶ 1 w 13
αὐτὸν 1 w 18
εἶναι 1 w 23
λῃστὰς 1 w 29
καὶ 1 w 32
κόλακας 1 w 39
καὶ 2 w 42
τοιούτους 1 w 51
ἀνθρώπους 1 w 60
οἵους 1 w 65
μεθυσθέντας 1 w 76
ὀρχεῖσθαι 1 w 85
τοιαῦθʼ 1 w 92
οἷʼ 1 w 95
ἐγὼ 1 w 98
νῦν 1 w 101
ὀκνῶ 1 w 105
πρὸς 1 w 109
ὑμᾶς 1 w 113
ὀνομάσαι 1 w 121
δῆλον 1 w 127
δʼ 1 w 129
ὅτι 1 w 132
ταῦτʼ 1 w 137
ἐστὶν 1 w 142
ἀληθῆ 1 w 147
καὶ 3 w 151
γὰρ 1 w 154
οὓς 1 w 157
ἐνθένδε 1 w 164
πάντες 1 w 170
ἀπήλαυνον 1 w 179
ὡς 1 w 181
πολὺ 1 w 185
τῶν 1 w 188
θαυματοποιῶν 1 w 200
ἀσελγεστέρους 1 w 213
ὄντας 1 w 218
Καλλίαν 1 w 226
ἐκεῖνον 1 w 233
τὸν 2 w 236
δημόσιον 1 w 244
καὶ 4 w 247
τοιούτους 2 w 256
ἀνθρώπους 2 w 265
μίμους 1 w 272
γελοίων 1 w 279
καὶ 5 w 282
ποιητὰς 1 w 289
αἰσχρῶν 1 w 296
ᾀσμάτων 1 w 303
ὧν 1 w 306
εἰς 1 w 309
τοὺς 1 w 313
συνόντας 1 w 321
ποιοῦσιν 1 w 329
εἵνεκα 1 w 335
τοῦ 1 w 338
γελασθῆναι 1 w 348
τούτους 1 w 356
ἀγαπᾷ 1 w 361
καὶ 6 w 364
περὶ 2 w 368
αὑτὸν 1 w 373
ἔχει 1 w 377

Dictionary Citations

LSJ

ἀγαπάω
I greet with affection (cf. foreg.), once in Hom., Od. l.c.:—in Trag. only show affection for the dead, ὅτʼ ἠγάπα νεκρούς E. Supp. 764, cf. Hel. 937:— Pass., to be regarded with affection, ξένων εὐεργεσίαις ἀγαπᾶται Pi. I. 5(6).70:— generally, love, ὥσπερ . . οἱ ποιηταὶ τὰ αὑτῶν ποιήματα καὶ οἱ πατέρες τοὺς παῖδας ἀγαπῶσι Pl. R. 330c, cf. Lg. 928a; ὡς λύκοι ἄρνʼ ἀγαπῶσʼ Poet. ap. Phdr. 241d; ἀ. τοὺς ἐπαινέτας ib. 257e; ἐπιστήμην, τὰ χρήματα, etc., Id. Phlb. 62d, al.; τούτους ἀγαπᾶ καὶ περὶ αὑτὸν ἔχει D. 2.19; ὁ μέγιστον ἀγαπῶν διʼ ἐλάχιστʼ ὀργίζεται Men. 659; esp. of children, αὐτὸν ἐτιθηνούμην ἀγαπῶσα Id. Sam. 32, etc.:— Pass., Pl. Plt. 301d, etc.; ὑπὸ τῶν θεῶν ἠγαπῆσθαι D. 61.9; ὑπὸ τοῦ φθᾶ OGI 90.4 ( Rosetta, ii B. C.); so in LXX of the love of God for man and of man for God, Is. 41.8, De. 11.1, al., cf. Ev.Jo. 3.21, Ep.Rom. 8.28:—as dist. fr. φιλέω (q. v.) implying regard rather than affection, but the two are interchanged, cf. X. Mem. 2.7.9 and 12; φιλεῖσθαι defined as ἀγαπᾶσθαι αὐτὸν διʼ αὑτόν Arist. Rh. 1371a21:—seldom of sexual love, for ἐράω, Arist. Fr. 76, Luc. JTr. 2; ἀ. ἑταίραν Anaxil. 22.1 (but ἀ. ἑταίρας to be fond of them, X. Mem. 1.5.4; ἐρωτικὴν μέμψιν ἡ ἀγαπωμένη λύει dub. in Democr. 271):—of brotherly love, Ev.Matt. 5.43, al.
ἀσελγής
licentious, wanton, brutal, And. 4.40 ( Sup.), D. 2.19 ( Comp.); εἰς ἔμʼ ἀ. καὶ βίαιος Id. 21.128, cf. Is. 8.43; σκῶμμα Eup. 244: generally, outrageous, ἄνεμος Id. 320. Adv. -γῶς, πίονες extravagantly fat, Ar. Pl. 560; ἀ. ζῆν D. 36.45; ἀ. διακείμενος Lys. 24.15; ἀ. τινὶ χρῆσθαι D. 9.35.
γελάω
I laugh, ἁπαλὸν γελάσαι Od. 14.465; ἀχρεῖον γ. 18.163; γναθμοῖσι γελοίων ἀλλοτρίοισιν 20.347; δακρυόεν γ. Il. 6.484; μηδὲν ἵλεων γ. S. Aj. 1011; ἡ δʼ ἐγέλασσε χείλεσιν, of feigned laughter, Il. 15.101; ἐγέλασσε δέ οἱ φίλον ἦτορ his heart laughed within him, 21.389; γελῶ ὁρῶν Hdt. 4.36:— Pass., εἵνεκα τοῦ γελασθῆναι for the sake of a laugh being raised, D. 2.19.
θαυματοποιός
wonder-working, ὄνειροι Luc. Somn. 14; acrobatic, κοῦραι Matro Conv. 121: as Subst., conjurer, juggler, Pl. Sph. 235b, D. 2.19: as fem., IG ΙΙ(2).110.34 ( Delos, iii B.C.), etc.; puppet-showman, Pl. R. 514b, Phlp. in GA 77.16.
μεθύσκω
II Pass., = μεθύω, drink freely, get drunk, Alc. l.c., Hdt. 1.133, etc.; ὀδμῇ, οἴνῳ, ib. 202; πίνων οὐ μεθύσκεται X. Cyr. 1.3.11: in aor. ἐμεθύσθην, to be drunk, ἀνὴρ ὁκόταν μεθυσθῇ Heraclit. l.c.; ἅπαξ μεθυσθείς E. Cyc. 167, cf. Ar. V. 1252; ἀνθρώπους οἵους μεθυσθέντας D. 2.19: c. gen., νέκταρος with nectar, Pl. Smp. 203b: metaph., ὅταν πόλις [ἐλευθερίας] μεθυσθῇ Id. R. 562d: c. dat., ταῖς ἐξουσίαις with power, D.H. 4.74:—in Hp. Steril. 218 μεθυσκέτω is corrupt for μεθυσκέσθω.
μῖμος
2 actor, mime, μ. γελοίων D. 2.19, cf. POxy. 519.3 (ii A. D.), etc.; μίμοις γυναιξί Plu. Sull. 36; τετράπουν μῖμον ἔχων ἐπιγαίου θηρός, i.e. imitating or acting a four-footed beast, E. Rh. 256 (lyr.).
ὀκνέω
1 ὀκνῶ προδότης καλεῖσθαι I shrink from being called, fear to be called, S. Ph. 93, cf. Th. 5.61, Lys. Fr. 23 ; οἷα ἐγὼ ὀκνῶ πρὸς ὑμᾶς ὀνομάσαι shrink from naming, hesitate to name, D. 2.19, cf. Pl. Grg. 462e ; τοσαῦθʼ ὅσʼ ὀκνήσαιμʼ ἂν . . εἰπεῖν D. 18.103, cf. 24.7, etc.