Scaife ATLAS

CTS Library / Ὀλυνθιακὸς β΄

Ὀλυνθιακὸς β΄ (21)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg002.perseus-grc2:21
Refs {'start': {'reference': '21', 'human_reference': 'Section 21'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὥσπερ γὰρ ἐν τοῖς σώμασιν, τέως μὲν ἂν ἐρρωμένος τις, οὐδὲν ἐπαισθάνεται, ἐπὰν δʼ ἀρρώστημά τι συμβῇ, πάντα κινεῖται, κἂν ῥῆγμα κἂν στρέμμα κἂν ἄλλο τι τῶν ὑπαρχόντων σαθρὸν , οὕτω καὶ τῶν πόλεων καὶ τῶν τυράννων, ἕως μὲν ἂν ἔξω πολεμῶσιν, ἀφανῆ τὰ κακὰ τοῖς πολλοῖς ἐστιν, ἐπειδὰν δʼ ὅμορος πόλεμος συμπλακῇ, πάντʼ ἐποίησεν ἔκδηλα.

Tokens

ὥσπερ 1 w 5
γὰρ 1 w 8
ἐν 1 w 10
τοῖς 1 w 14
σώμασιν 1 w 21
τέως 1 w 26
μὲν 1 w 29
ἂν 1 w 31
ἐρρωμένος 1 w 40
1 w 41
τις 1 w 44
οὐδὲν 1 w 50
ἐπαισθάνεται 1 w 62
ἐπὰν 1 w 67
δʼ 1 w 69
ἀρρώστημά 1 w 78
τι 2 w 80
συμβῇ 1 w 85
πάντα 1 w 91
κινεῖται 1 w 99
κἂν 1 w 103
ῥῆγμα 1 w 108
κἂν 2 w 111
στρέμμα 1 w 118
κἂν 3 w 121
ἄλλο 1 w 125
τι 3 w 127
τῶν 1 w 130
ὑπαρχόντων 1 w 140
σαθρὸν 1 w 146
2 w 147
οὕτω 1 w 152
καὶ 1 w 155
τῶν 2 w 158
πόλεων 1 w 164
καὶ 2 w 167
τῶν 3 w 170
τυράννων 1 w 178
ἕως 1 w 182
μὲν 2 w 185
ἂν 5 w 187
ἔξω 1 w 190
πολεμῶσιν 1 w 199
ἀφανῆ 1 w 205
τὰ 1 w 207
κακὰ 1 w 211
τοῖς 2 w 215
πολλοῖς 1 w 222
ἐστιν 1 w 227
ἐπειδὰν 1 w 235
δʼ 2 w 237
ὅμορος 1 w 243
πόλεμος 1 w 250
συμπλακῇ 1 w 258
πάντʼ 1 w 264
ἐποίησεν 1 w 272
ἔκδηλα 1 w 278

Dictionary Citations

LSJ

ἀρρώστημα
illness, sickness, Hp. Flat. 9, D. 2.21, 26.26, Arist. PA 671b9: pl., of epidemics, SIG 943.6 ( Cos, iii B.C.).
ἔκδηλος
II quite plain, πάντʼ ἐποίησεν ἔκδηλα D. 2.21, cf. OGI 665.13 (i A. D.), etc.: Sup., ἐκδηλοτάτη ἐνάργεια Phld. Herc. 1251.13.
ἐπαισθάνομαι
2 perceive, τι A. Ag. 85 (anap.); οὐδέν S. Aj. 553, D. 2.21; τὸν σὸν μόρον ἐ. hear of it, S. Aj. 996: c. part., ἐπῄσθετʼ ἐκ θεοῦ καλούμενος Id. OC 1629; ἡσθέντα δʼ αὐτὸν ὡς ἐπῃσθόμην E. Cyc. 420.
ἐρρωμένος
in good health, D. 2.21, etc.; ἐρρωμένος ὤν, opp. ἀσθενέστερος, Lys. 24.7 ; powerful, influential, formidable, ἐρρωμένη τέχνης δύναμις Pl. Phdr. 268a ; μηχαναί Hero Aut. 21.2 (sed leg. αἰρομένας) : irreg. Comp., τειχομαχίη ἐρρωμενεστέρη Hdt. 9.70 ; οἱ ἐρρωμενέστεροι τῶν ἀνθρώπων Pl. Grg. 483c ; ἐρρωμενεστέραις ταῖς γνώμαις X. Cyr. 3.3.31 ; τὸ φύσει ἐρρωμενέστερον Pl. Smp. 181c : Sup. -έστατος And. 4.37, Pl. R. 477d. Adv. ἐρρωμένως stoutly, manfully, vigorously, A. Pr. 65, 76, Ar. V. 230 ; ἐσθίειν Critias Fr. 32 D.; χωρεῖν X. Ages. 2.11 : Comp. -έστερον Pl. Hp.Ma. 287a, -εστέρως Isoc. 4.163 : Sup. -έστατα Pl. R. 401d.
ὅμορος
having the same borders with, marching with, τοῖσι Δωριεῦσι Hdt. 1.57 ; τῇ Λιβύῃ Id. 2.65, etc.: abs., Aristeas Epic. 3 [5 Bernabé], Th. 6.78 ; χώρα ὅ. D. 2.1 ; ὅ. πόλεμος a war with neighbours, ib. 21, 18.241 ; τὰ ὅ. τῶν πόλεων the suburbs, LXX Nu. 35.5.
ῥῆγμα
breakage, fracture, joined with σπάσμα, Hp. Aër. 4, cf. D. 18.198, Dsc. 3.74; with στρέμμα (a strain), D. 2.21, 11.14.
στρέμμα
II wrench, strain, sprain, Hp. Off. 23; κἂν ῥῆγμα κἂν στρέμμα D. 2.21, 11.14, cf. Dsc. 1.85, Gal. 10.890.
συμπλέκω
II Pass., of persons wrestling, to be intertwined, locked together (cf. σύμπλεγμα) , συμπλεκέντος Γωβρύεω τῷ Μάγῳ Hdt. 3.78, cf. Gal. 15.124: generally of combatants, to be engaged in close fight, συμπλακέντες διαγωνίζεσθαι D. 9.51, cf. Plb. 1.28.2, Luc. Symp. 44; σ. τοῖς πολεμίοις Plb. 3.69.13; πρὸς τὴν οὐραγίαν Id. 4.11.7; of a ship, to be entangled with her opponent, Hdt. 8.84, Plb. 1.23.6: metaph., to be at grips with, συμπλακέντα τῇ Σκυθῶν ἐρημίᾳ (i. e. Euathlus) Ar. Ach. 704; συμπεπλέγμεθα ξένῳ we are entangled or engaged with him, E. Ba. 800, cf. Aeschin. 2.153; περὶ τὸ βῆμα τῷ Περικλεῖ Plu. Per. 11; of war, ἐπειδὰν ὅμορος πόλεμος συμπλακῇ D. 2.21; of disputes, etc., to be involved in, λοιδορίαις σ. Pl. Lg. 935c; ταῖς μάχαις, τοῖς πολιτικοῖς πράγμασιν, Phld. Mus. p.27K., Rh. 1.11S., cf. BGU 1011 iii 7 (iii B.C.); σ. τοῖς Στωικοῖς Luc. Symp. 30; σ. καὶ μεμψιμοιρεῖν Plb. 18.8.3.