Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τῶν ἐν κεφαλῇ τρωμάτων

Περὶ τῶν ἐν κεφαλῇ τρωμάτων (18)

urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.perseus-grc2:18
Refs {'start': {'reference': '18', 'human_reference': 'Section 18'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
18.

τῶν δὲ παιδίων τὰ ὀστέα καὶ λεπτότερά ἐστι καὶ μαλθακώτερα διὰ τοῦτο, ὅτι ἐναιμότερά ἐστι, καὶ κοῖλα, καὶ σηραγγώδεα, καὶ οὔτε πυκνὰ, οὔτε στερεά. καὶ ὑπὸ τῶν βελέων ἴσων τε ἐόντων καὶ ἀσθενεστέρων, καὶ τρωθέντων ὁμοίως τε καὶ ἧσσον, τὸ τοῦ νεωτέρου παιδίου καὶ μᾶλλον καὶ θᾶσσον ὑποπυΐσκεται, τὸ τοῦ πρεσβυτέρου, καὶ ἐν ἐλάσσονι χρόνῳ· καὶ ὅσα ἂν ἄλλως μέλλῃ ἀποθανεῖσθαι ἐκ τοῦ τρώματος, νεώτερος τοῦ πρεσβυτέρου θᾶσσον ἀπόλλυται. ἀλλὰ χρὴ, ἢν ψιλωθῇ τῆς σαρκὸς τὸ ὀστέον, προσέχοντα τὸν νόον, πειρῆσθαι διαγινώσκειν τι μή ἐστι τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν ἰδεῖν, καὶ γνῶναι εἰ ἔῤῥωγε τὸ ὀστέον καὶ εἰ πέφλασται, μοῦνον πέφλασται, καὶ εἰ, ἕδρης γενομένης τοῦ βέλεος, πρόσεστι φλάσις, ῤωγμὴ, ἄμφω ταῦτα· καὶ ἤν τι τούτων πεπόνθῃ τὸ ὀστέον, ἀφεῖναι τοῦ αἵματος τρυπῶντα τὸ ὀστέον σμικρῷ τρυπάνῳ, φυλασσόμενον ἐπʼ ὀλίγον· λεπτότερον γὰρ τὸ ὀστέον, καὶ ἐπιπολαιότερον τῶν νέων τῶν πρεσβυτέρων.

Tokens

18 1 w 2
τῶν 1 w 6
δὲ 1 w 8
παιδίων 1 w 15
τὰ 1 w 17
ὀστέα 1 w 22
καὶ 1 w 25
λεπτότερά 1 w 34
ἐστι 1 w 38
καὶ 2 w 41
μαλθακώτερα 1 w 52
διὰ 1 w 55
τοῦτο 1 w 60
ὅτι 1 w 64
ἐναιμότερά 1 w 74
ἐστι 2 w 78
καὶ 3 w 82
κοῖλα 1 w 87
καὶ 4 w 91
σηραγγώδεα 1 w 101
καὶ 5 w 105
οὔτε 1 w 109
πυκνὰ 1 w 114
οὔτε 2 w 119
στερεά 1 w 125
καὶ 6 w 129
ὑπὸ 1 w 132
τῶν 2 w 135
βελέων 1 w 141
ἴσων 1 w 145
τε 7 w 147
ἐόντων 1 w 153
καὶ 7 w 156
ἀσθενεστέρων 1 w 168
καὶ 8 w 172
τρωθέντων 1 w 181
ὁμοίως 1 w 187
τε 8 w 189
καὶ 9 w 192
ἧσσον 1 w 197
τὸ 1 w 200
τοῦ 2 w 203
νεωτέρου 1 w 211
παιδίου 1 w 218
καὶ 10 w 221
μᾶλλον 1 w 227
καὶ 11 w 230
θᾶσσον 1 w 236
ὑποπυΐσκεται 1 w 248
1 w 250
τὸ 2 w 252
τοῦ 3 w 255
πρεσβυτέρου 1 w 266
καὶ 12 w 270
ἐν 2 w 272
ἐλάσσονι 1 w 280
χρόνῳ 1 w 285
καὶ 13 w 289
ὅσα 1 w 292
ἂν 1 w 294
ἄλλως 1 w 299
μέλλῃ 1 w 304
ἀποθανεῖσθαι 1 w 316
ἐκ 1 w 318
τοῦ 4 w 321
τρώματος 1 w 329
2 w 331
νεώτερος 1 w 339
τοῦ 5 w 342
πρεσβυτέρου 2 w 353
θᾶσσον 2 w 359
ἀπόλλυται 1 w 368
ἀλλὰ 1 w 373
χρὴ 1 w 376
ἢν 1 w 379
ψιλωθῇ 1 w 385
τῆς 1 w 388
σαρκὸς 1 w 394
τὸ 3 w 396
ὀστέον 1 w 402
προσέχοντα 1 w 413
τὸν 1 w 416
νόον 1 w 420
πειρῆσθαι 1 w 430
διαγινώσκειν 1 w 442
3 w 443
τι 4 w 445
μή 1 w 447
ἐστι 3 w 451
τοῖσιν 1 w 457
ὀφθαλμοῖσιν 1 w 468
ἰδεῖν 1 w 473
καὶ 14 w 477
γνῶναι 1 w 483
εἰ 1 w 485
ἔῤῥωγε 1 w 491
τὸ 5 w 493
ὀστέον 2 w 499
καὶ 15 w 502
εἰ 2 w 504
πέφλασται 1 w 513
3 w 515
μοῦνον 1 w 521
πέφλασται 2 w 530
καὶ 16 w 534
εἰ 3 w 536
ἕδρης 1 w 542
γενομένης 1 w 551
τοῦ 6 w 554
βέλεος 1 w 560
πρόσεστι 1 w 569
φλάσις 1 w 575
4 w 577
ῤωγμὴ 1 w 582
5 w 584
ἄμφω 1 w 588
ταῦτα 1 w 593
καὶ 17 w 597
ἤν 1 w 599
τι 7 w 601
τούτων 1 w 607
πεπόνθῃ 1 w 614
τὸ 6 w 616
ὀστέον 3 w 622
ἀφεῖναι 1 w 630
τοῦ 7 w 633
αἵματος 1 w 640
τρυπῶντα 1 w 648
τὸ 7 w 650
ὀστέον 4 w 656
σμικρῷ 1 w 662
τρυπάνῳ 1 w 669
φυλασσόμενον 1 w 682
ἐπʼ 1 w 685
ὀλίγον 1 w 691
λεπτότερον 1 w 702
γὰρ 1 w 705
τὸ 8 w 707
ὀστέον 5 w 713
καὶ 18 w 717
ἐπιπολαιότερον 1 w 731
τῶν 3 w 734
νέων 1 w 738
6 w 739
τῶν 4 w 742
πρεσβυτέρων 1 w 753

Dictionary Citations

LSJ

ὀλίγος
6 ἐπʼ ὀλίγον for a short time, Hp. Prorrh. 1.26, Plot. 4.4.29, Gp. 7.12.22, 10.7.10, etc. ; a little at a time, Hp. VC 18 ; εἴρηται ἐν τῷ [βιβλίῳ] ἐπʼ ὀλίγον a little way on, near the beginning, Gal. 15.428.
τρύπανον
II trepan, Hp. VC 18; τ. ὀξὺ καὶ εὐθύ the straight-pointed trepan, Gal. 19.129; τ. ἀβάπτιστον, another kind with a guard to prevent its piercing to the brain, Id. 10.447.
τρυπάω
bore, pierce through, ὡς ὅτε τις τρυπῷ (opt.) δόρυ νήϊον ἀνὴρ τρυπάνῳ, οἱ δέ τʼ ἔνερθεν ὑποσσείουσιν ἱμάντι (cf. τρυπανία) Od. 9.384, cf. Hp. VC 18, Pl. Cra. 387e; ἐτρύπησεν τῷ ποδὶ τὴν βελόνην (of a very thin man) AP 11.102 ( Ammian. or Nicarch.), 308 ( Lucill.); with double acc., πόνος με τὸν πόδα τ. is stabbing into, Luc. Ocyp. 169; cf. ἁλία (B) :— Pass., τετρυπήσθω τὸ τρῆμα let the hole be bored, Hp. Steril. 222; διʼ ὠτὸς . . τρυπωμένου through well-bored ear, i.e. open to hear, S. Fr. 858 (codd. Plu., but ῥυπωμένου is prob. cj.); τὰ ὦτα τετρυπημένος having oneʼs ears pierced for ear-rings, X. An. 3.1.31; ψῆφος τετρυπημένη the pebble of condemnation which had a hole in it, opp. πλήρης, Aeschin. 1.79, Arist. Ath. 68.2, 69.1; ἐτετρύπητο ἄλλη ἔξοδος Luc. Alex. 16.
ὑποπυΐσκω
begin to suppurate, Hp. VC 18.