Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τῶν ἐν κεφαλῇ τρωμάτων

Περὶ τῶν ἐν κεφαλῇ τρωμάτων (17)

urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.perseus-grc2:17
Refs {'start': {'reference': '17', 'human_reference': 'Section 17'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
17.

ὅσα δὲ τῶν ὀστέων ἐσφλᾶται ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς ἑωυτῶν, καταῤῥαγέντα καὶ διακοπέντα πάνυ εὐρέα, ἀκινδυνότερα τὰ τοιαῦτα γίνεται, ἐπὴν μῆνιγξ ὑγιὴς · καὶ τὰ πλέοσι ῤωγμῇσιν ἐσκαταῤῥαγέντα καὶ εὐρυτέρῃσιν, ἔτι ἀκινδυνότερα καὶ εὐμαρέστερα ἐς τὴν ἀφαίρεσιν γίνεται. καὶ οὐ χρὴ πρίειν τῶν τοιούτων οὐδὲν, οὐδὲ κινδυνεύειν τὰ ὀστέα πειρώμενον ἀφαιρέειν, πρὶν αὐτόματα ἐπανίῃ, οἴδεος πρῶτον χαλάσαντος. ἐπανέρχεται δὲ τῆς σαρκὸς

250
ὑποφυομένης· ὑποφύεται δὲ ἐκ τῆς διπλόης τοῦ ὀστέου καὶ ἐκ τοῦ ὑγιέος, ἢν ἄνωθεν μοῖρα μούνη σφακελίσῃ. οὕτω δʼ ἂν τάχιστα τε σὰρξ ὑποφύοιτο καὶ βλαστάνοι, καὶ τὰ ὀστέα ἐπανίοι, εἴ τις τὸ ἕλκος ὡς τάχιστα διάπυον ποιήσας καθαρὸν ποιήσηται. καὶ ἢν διὰ παντὸς τοῦ ὀστέου ἄμφω αἱ μοῖραι ἐσφλασθῶσιν ἔσω ἐς τὴν μήνιγγα, τε ἄνω μοίρη τοῦ ὀστέου καὶ κάτω, ἰητρεύοντι ὡσαύτως τὸ ἕλκος ὑγιὲς τάχιστα ἔσται, καὶ τὰ ὀστέα τάχιστα ἐπάνεισι, τὰ ἐσφλασθέντα ἔσω.

Tokens

17 1 w 2
ὅσα 1 w 6
δὲ 1 w 8
τῶν 1 w 11
ὀστέων 1 w 17
ἐσφλᾶται 1 w 25
ἔσω 1 w 28
ἐκ 1 w 30
τῆς 1 w 33
φύσιος 1 w 39
τῆς 2 w 42
ἑωυτῶν 1 w 48
καταῤῥαγέντα 1 w 61
1 w 62
καὶ 1 w 65
διακοπέντα 1 w 75
πάνυ 1 w 79
εὐρέα 1 w 84
ἀκινδυνότερα 1 w 97
τὰ 1 w 99
τοιαῦτα 1 w 106
γίνεται 1 w 113
ἐπὴν 1 w 118
1 w 119
μῆνιγξ 1 w 125
ὑγιὴς 1 w 130
1 w 131
καὶ 2 w 135
τὰ 2 w 137
πλέοσι 1 w 143
ῤωγμῇσιν 1 w 151
ἐσκαταῤῥαγέντα 1 w 165
καὶ 3 w 168
εὐρυτέρῃσιν 1 w 179
ἔτι 1 w 183
ἀκινδυνότερα 2 w 195
καὶ 4 w 198
εὐμαρέστερα 1 w 209
ἐς 1 w 211
τὴν 1 w 214
ἀφαίρεσιν 1 w 223
γίνεται 2 w 230
καὶ 5 w 234
οὐ 1 w 236
χρὴ 1 w 239
πρίειν 1 w 245
τῶν 3 w 248
τοιούτων 1 w 256
οὐδὲν 1 w 261
οὐδὲ 2 w 266
κινδυνεύειν 1 w 277
τὰ 3 w 279
ὀστέα 1 w 284
πειρώμενον 1 w 294
ἀφαιρέειν 1 w 303
πρὶν 1 w 308
2 w 309
αὐτόματα 1 w 317
ἐπανίῃ 1 w 323
οἴδεος 1 w 330
πρῶτον 1 w 336
χαλάσαντος 1 w 346
ἐπανέρχεται 1 w 358
δὲ 4 w 360
τῆς 3 w 363
σαρκὸς 1 w 369
ὑποφυομένης 1 w 380
ὑποφύεται 1 w 390
δὲ 5 w 392
ἐκ 2 w 394
τῆς 4 w 397
διπλόης 1 w 404
τοῦ 1 w 407
ὀστέου 1 w 413
καὶ 6 w 416
ἐκ 3 w 418
τοῦ 2 w 421
ὑγιέος 1 w 427
ἢν 1 w 430
2 w 431
ἄνωθεν 1 w 437
μοῖρα 1 w 442
μούνη 1 w 447
σφακελίσῃ 1 w 456
οὕτω 1 w 461
δʼ 1 w 463
ἂν 1 w 465
τάχιστα 1 w 472
1 w 473
τε 4 w 475
σὰρξ 1 w 479
ὑποφύοιτο 1 w 488
καὶ 7 w 491
βλαστάνοι 1 w 500
καὶ 8 w 504
τὰ 4 w 506
ὀστέα 2 w 511
ἐπανίοι 1 w 518
εἴ 1 w 521
τις 1 w 524
τὸ 1 w 526
ἕλκος 1 w 531
ὡς 1 w 533
τάχιστα 2 w 540
διάπυον 1 w 547
ποιήσας 1 w 554
καθαρὸν 1 w 561
ποιήσηται 1 w 570
καὶ 9 w 574
ἢν 2 w 576
διὰ 1 w 579
παντὸς 1 w 585
τοῦ 3 w 588
ὀστέου 2 w 594
ἄμφω 1 w 598
αἱ 1 w 600
μοῖραι 1 w 606
ἐσφλασθῶσιν 1 w 617
ἔσω 2 w 620
ἐς 2 w 622
τὴν 2 w 625
μήνιγγα 1 w 632
2 w 634
τε 5 w 636
ἄνω 2 w 639
μοίρη 1 w 644
τοῦ 4 w 647
ὀστέου 3 w 653
καὶ 10 w 656
3 w 657
κάτω 1 w 661
ἰητρεύοντι 1 w 672
ὡσαύτως 1 w 679
τὸ 3 w 681
ἕλκος 2 w 686
ὑγιὲς 1 w 691
τάχιστα 3 w 698
ἔσται 1 w 703
καὶ 11 w 707
τὰ 5 w 709
ὀστέα 3 w 714
τάχιστα 4 w 721
ἐπάνεισι 1 w 729
τὰ 6 w 732
ἐσφλασθέντα 1 w 743
ἔσω 3 w 746

Dictionary Citations

LSJ

διπλόη
II porous substance between the double plates in the bones in the skull, Hp. VC 1, 17, Heliod. ap. Orib. 46.9.4, Ruf. Onom. 135: generally, spongy core of bone, Paul.Aeg. 6.77; also, tissue between layers of intestine, Aret. SD 2.9: hence,
εἰσκαταρρήγνυμι
break inwards:— Pass., ἐσκαταρραγῆναι ῥωγμῇσι Hp. VC 17.
ἐπάνειμι
II rise, [ὕδωρ] κάτωθεν ἐ. πέφυκεν ib. 22e; go up, Ὀλυμπίαζε Id. Hp.Mi. 363d; ascend, ἀπὸ . . Id. Smp. 211b, 211c; ἡ νόησις ἐπὶ τὸ εἶναι ἐ. Dam. Pr. 81; rise up, Hp. VC 17.
ἐπανέρχομαι
2 rise up (cf. ἐπάνειμι II), Hp. VC 17.
οἶδος
swelling, tumour, produced by internal action, Hp. Fract. 25 (v.l. εἶδος), VC 17 (Littré for εἰκός), Nic. Th. 188, 237, 426 ; puffiness, Aret. SD 1.16.
ὑποφύω
cause to grow up under, τοῖσι δʼ ὑπὸ χθὼν φύεν ποίην Il. 14.347:— Pass., fut. -φύσομαι Diog.Oen. 29: aor. 2 -εφύην Arist. HA 501b9: pf. -πέφυκα Gal. 2.277:— grow up below or as a substitute, of flesh, Hp. VC 17, Fract. 33; of teeth, Arist. l.c.; of hoofs, ib. 604a25: metaph., ἂν [τὰς ῥίζας] ὑποτέμωμεν, οὐδὲν τῶν κακῶν ἡμῖν -φύσεται Diog.Oen. l.c.:— ὑποφύει = ὑποφύεται is f.l. in Thphr. HP 4.15.2.