Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τῶν ἐν κεφαλῇ τρωμάτων

Περὶ τῶν ἐν κεφαλῇ τρωμάτων (15)

urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.perseus-grc2:15
Refs {'start': {'reference': '15', 'human_reference': 'Section 15'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
15.

φυλάσσεσθαι δὲ χρὴ, ὅκως μή τι κακὸν ἀπολαύσῃ τὸ ὀστέον ἀπὸ τῆς σαρκὸς, ἢν κακῶς ἰητρεύηται. ὀστέῳ γὰρ καὶ πεπρισμένῳ, καὶ ἄλλως ἐψιλωμένῳ, ὑγιεῖ δὲ ἐόντι, καὶ ἔχοντί τι σίνος ὑπὸ τοῦ βέλεος, δοκέοντι δὲ ὑγιεῖ εἶναι, κίνδυνός ἐστι μᾶλλον ὑπόπυον γενέσθαι (ἢν καὶ ἄλλως μὴ μέλλᾐ, ἢν καὶ σὰρξ περιέχουσα τὸ ὀστέον κακῶς θεραπεύηται, καὶ φλεγμαίνηται, καὶ περισφίγγηται· πυρετῶδες γὰρ γίγνεται, καὶ πολλοῦ φλογμοῦ πλέον. καὶ δὴ τὸ ὀστέον ἐκ τῶν περιεχουσῶν σαρκέων ἐς ἑωυτὸ θέρμην τε καὶ φλογμὸν καὶ ἄραδον ἐμποιέει καὶ σφυγμὸν, καὶ ὅσα περ σὰρξ ἔχει κακὰ ἐν ἑωυτέῃ, καὶ ἐκ τουτέων ὧδε ὑπόπυον γίνεται. κακὸν δὲ καὶ ὑγρήν τε εἶναι τὴν σάρκα ἐν τῷ ἕλκει καὶ μυδῶσαν, καὶ ἐπὶ πολλὸν χρόνον καθαίρεσθαι. ἀλλὰ χρὴ διάπυον μὲν ποιῆσαι τὸ ἕλκος ὡς τάχιστα· οὕτω γὰρ ἂν ἥκιστα φλεγμαίνοι τὰ περιέχοντα

244
τὸ ἕλκος, καὶ τάχιστα καθαρὸν εἴη· ἀνάγκη γὰρ ἔχει τὰς σάρκας τὰς κοπείσας καὶ φλασθείσας ὑπὸ τοῦ βέλεος, ὑποπύους γενομένας, ἐκτακῆναι. ἐπειδὰν δὲ καθαρθῇ, ξηρότερον χρὴ γίγνεσθαι τὸ ἕλκος· οὕτω γὰρ ἂν τάχιστα ὑγιὲς γένοιτο, ξηρῆς σαρκὸς βλαστούσης καὶ μὴ ὑγρῆς, καὶ οὕτως οὐκ ἂν ὑπερσαρκήσειε τὸ ἕλκος. δʼ αὐτὸς λόγος καὶ ὑπὲρ τῆς μήνιγγος τῆς περὶ τὸν ἐγκέφαλον· ἢν γὰρ αὐτίκα ἐκπρίσας τὸ ὀστέον καὶ ἀφελὼν ἀπὸ τῆς μήνιγγος ψιλώσῃς, αὐτὴν καθαρὴν χρὴ ποιῆσαι ὡς τάχιστα καὶ ξηρὴν, ὡς μὴ ἐπὶ πουλὺν χρόνον ὑγρὴ ἐοῦσα μυδήῃ τε καὶ ἐξαίρηται· τούτων γὰρ οὕτω γιγνομένων, σαπῆναι αὐτὴν κίνδυνος.

Tokens

15 1 w 2
φυλάσσεσθαι 1 w 14
δὲ 1 w 16
χρὴ 1 w 19
ὅκως 1 w 24
μή 1 w 26
τι 1 w 28
κακὸν 1 w 33
ἀπολαύσῃ 1 w 41
τὸ 1 w 43
ὀστέον 1 w 49
ἀπὸ 1 w 52
τῆς 1 w 55
σαρκὸς 1 w 61
ἢν 1 w 64
κακῶς 1 w 69
ἰητρεύηται 1 w 79
ὀστέῳ 1 w 85
γὰρ 1 w 88
καὶ 1 w 91
πεπρισμένῳ 1 w 101
καὶ 2 w 105
ἄλλως 1 w 110
ἐψιλωμένῳ 1 w 119
ὑγιεῖ 1 w 125
δὲ 2 w 127
ἐόντι 1 w 132
καὶ 3 w 136
ἔχοντί 1 w 142
τι 3 w 144
σίνος 1 w 149
ὑπὸ 1 w 152
τοῦ 1 w 155
βέλεος 1 w 161
δοκέοντι 1 w 170
δὲ 3 w 172
ὑγιεῖ 2 w 177
εἶναι 1 w 182
κίνδυνός 1 w 191
ἐστι 1 w 195
μᾶλλον 1 w 201
ὑπόπυον 1 w 208
γενέσθαι 1 w 216
ἢν 2 w 219
καὶ 4 w 222
ἄλλως 2 w 227
μὴ 1 w 229
μέλλᾐ 1 w 234
ἢν 3 w 237
καὶ 5 w 240
1 w 241
σὰρξ 1 w 245
2 w 246
περιέχουσα 1 w 256
τὸ 2 w 258
ὀστέον 2 w 264
κακῶς 2 w 269
θεραπεύηται 1 w 280
καὶ 6 w 284
φλεγμαίνηται 1 w 296
καὶ 7 w 300
περισφίγγηται 1 w 313
πυρετῶδες 1 w 323
γὰρ 2 w 326
γίγνεται 1 w 334
καὶ 8 w 338
πολλοῦ 1 w 344
φλογμοῦ 1 w 351
πλέον 1 w 356
καὶ 9 w 360
δὴ 1 w 362
τὸ 3 w 364
ὀστέον 3 w 370
ἐκ 1 w 372
τῶν 1 w 375
περιεχουσῶν 1 w 386
σαρκέων 1 w 393
ἐς 1 w 395
ἑωυτὸ 1 w 400
θέρμην 1 w 406
τε 1 w 408
καὶ 10 w 411
φλογμὸν 1 w 418
καὶ 11 w 421
ἄραδον 1 w 427
ἐμποιέει 1 w 435
καὶ 12 w 438
σφυγμὸν 1 w 445
καὶ 13 w 449
ὅσα 1 w 452
περ 4 w 455
3 w 456
σὰρξ 2 w 460
ἔχει 1 w 464
κακὰ 1 w 468
ἐν 1 w 470
ἑωυτέῃ 1 w 476
καὶ 14 w 480
ἐκ 2 w 482
τουτέων 1 w 489
ὧδε 1 w 492
ὑπόπυον 2 w 499
γίνεται 1 w 506
κακὸν 2 w 512
δὲ 4 w 514
καὶ 15 w 517
ὑγρήν 1 w 522
τε 2 w 524
εἶναι 2 w 529
τὴν 1 w 532
σάρκα 1 w 537
ἐν 2 w 539
τῷ 1 w 541
ἕλκει 1 w 546
καὶ 16 w 549
μυδῶσαν 1 w 556
καὶ 17 w 560
ἐπὶ 1 w 563
πολλὸν 1 w 569
χρόνον 1 w 575
καθαίρεσθαι 1 w 586
ἀλλὰ 1 w 591
χρὴ 2 w 594
διάπυον 1 w 601
μὲν 1 w 604
ποιῆσαι 1 w 611
τὸ 5 w 613
ἕλκος 1 w 618
ὡς 1 w 620
τάχιστα 1 w 627
οὕτω 1 w 632
γὰρ 3 w 635
ἂν 1 w 637
ἥκιστα 1 w 643
φλεγμαίνοι 1 w 653
τὰ 1 w 655
περιέχοντα 1 w 665
τὸ 6 w 667
ἕλκος 2 w 672
καὶ 18 w 676
τάχιστα 2 w 683
καθαρὸν 1 w 690
εἴη 1 w 693
ἀνάγκη 1 w 700
γὰρ 4 w 703
ἔχει 2 w 707
τὰς 1 w 710
σάρκας 1 w 716
τὰς 2 w 719
κοπείσας 1 w 727
καὶ 19 w 730
φλασθείσας 1 w 740
ὑπὸ 2 w 743
τοῦ 2 w 746
βέλεος 2 w 752
ὑποπύους 1 w 761
γενομένας 1 w 770
ἐκτακῆναι 1 w 780
ἐπειδὰν 1 w 788
δὲ 5 w 790
καθαρθῇ 1 w 797
ξηρότερον 1 w 807
χρὴ 3 w 810
γίγνεσθαι 1 w 819
τὸ 7 w 821
ἕλκος 3 w 826
οὕτω 2 w 831
γὰρ 5 w 834
ἂν 2 w 836
τάχιστα 3 w 843
ὑγιὲς 1 w 848
γένοιτο 1 w 855
ξηρῆς 1 w 861
σαρκὸς 2 w 867
βλαστούσης 1 w 877
καὶ 20 w 880
μὴ 2 w 882
ὑγρῆς 1 w 887
καὶ 21 w 891
οὕτως 1 w 896
οὐκ 1 w 899
ἂν 3 w 901
ὑπερσαρκήσειε 1 w 914
τὸ 8 w 916
ἕλκος 4 w 921
1 w 923
δʼ 1 w 925
αὐτὸς 1 w 930
λόγος 1 w 935
καὶ 22 w 938
ὑπὲρ 1 w 942
τῆς 2 w 945
μήνιγγος 1 w 953
τῆς 3 w 956
περὶ 1 w 960
τὸν 1 w 963
ἐγκέφαλον 1 w 972
ἢν 4 w 975
γὰρ 6 w 978
αὐτίκα 1 w 984
ἐκπρίσας 1 w 992
τὸ 11 w 994
ὀστέον 4 w 1000
καὶ 23 w 1003
ἀφελὼν 1 w 1009
ἀπὸ 2 w 1012
τῆς 4 w 1015
μήνιγγος 2 w 1023
ψιλώσῃς 1 w 1030
αὐτὴν 1 w 1036
καθαρὴν 1 w 1043
χρὴ 4 w 1046
ποιῆσαι 2 w 1053
ὡς 2 w 1055
τάχιστα 4 w 1062
καὶ 24 w 1065
ξηρὴν 1 w 1070
ὡς 3 w 1073
μὴ 3 w 1075
ἐπὶ 2 w 1078
πουλὺν 1 w 1084
χρόνον 2 w 1090
ὑγρὴ 1 w 1094
ἐοῦσα 1 w 1099
μυδήῃ 1 w 1104
τε 4 w 1106
καὶ 25 w 1109
ἐξαίρηται 1 w 1118
τούτων 1 w 1125
γὰρ 7 w 1128
οὕτω 4 w 1132
γιγνομένων 1 w 1142
σαπῆναι 1 w 1150
αὐτὴν 2 w 1155
κίνδυνος 1 w 1163

Dictionary Citations

LSJ

ἐξαίρω
2 swell, dub. in Hp. VC 15; ἐξαειρόμενα ( -εύμενα codd.) ὑπὸ τῆς πιέξιος swellings caused by compression, Id. Fract. 21.
ἐξεράω
evacuate, esp. by purge or vomit, Id. Morb. 4.49; draw off a patientʼs water from the chest, ib. 2.61:— Pass., to be vomited, Dsc. Eup. 2.160; ὡς μὴ . . ἐξερῆται that (the wound) may not keep on discharging, Hp. VC 15 (prob. cj.).
μυδάω
II to be damp, clammy from decay, σὰρξ μυδῶσα Hp. VC 15; of a corpse, S. Ant. 410.
περισφίγγω
bind tightly all round, βοὸς οὐρᾷ τὸν αὐχένα π. D.S. 3.33 ; κύκλος οὐρανοῦ π. πάντα Ph. 1.227 ; χεῖρα σπατάλῃ AP 6.74 ( Agath.) ; δεσμῷ . . Ἅρηα περισφίγξας Ἀφροδίτῃ Nonn. D. 5.585 ; apply closely, of a cupping-instrument, Aret. CA 1.10:— Pass., Hp. Oss. 13, J. AJ 3.7.4 ; τῷ πυφμένι -έσφιγκται σωλήν Str. 16.2.13 : abs., contract, shrink, Hp. VC 15 ; π. τοῖς ἱδρῶσι τοὺς λινοῦς Sor. 1.83.
πρίω
πρίω (later πρίζω, πριόω, qq. v.), imper. πρῖε S. Fr. 897, Ar. Ra. 927: impf. ἔπρῑον ( ἐξ-) Th. 7.25 : aor. ἔπρῑσα Hp. VC 14, Th. 4.100: pf. πέπρῑκα ( ἐμ-) D.S. 17.92:— Med., Babr. 28.8, Luc. DMeretr. 12.2:— Pass., fut. πρισθήσομαι Aen.Tact. 19: aor. ἐπρίσθην Hp. Epid. 5.16, 27: pf. πέπρισμαι Id. VC 15, Dsc. 4.65, ( δια-) Pl. Smp. 193a, ( ἐκ-) Ar. Pax 1135 (dub.):—
ὑπερσαρκέω
have or get an excess of flesh, ὑ. τὸ ἕλκος grows proud or fungous flesh, Hp. VC 15 ( ὑπερσαρκίσῃ is f.l.), cf. Poll. 4.191.
ὕπομβρος
II ὕπομβρον ὀστέον Hp. ap. Erot., who explains it as ὑπόνομον καὶ κάθυγρον γεγονός, and ap. Gal. 19.149, who says ὕφυγρον, ὑπόπυον, where the reference is to Hp. VC 15; μόλις ὕπομβρον γενόμενον καὶ κατακλυσθὲν τὸ ἱερεῖον apparently drenched, as t.t. in divination, Plu. Def.orac. 2.438a.
ὑπόπυος
tending to suppuration, Hp. VC 15: τὸ ὑ. a kind of ulcer, Gal. 12.759.
φλογμός
2 inflammation, Hp. VM 19, VC 15, al.; feverish heat, Luc. Peregr. 44.