Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Διογείτονος

κατὰ Διογείτονος (16)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg032.perseus-grc2:16
Refs {'start': {'reference': '16', 'human_reference': 'Section 16'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ ἐκβάλλειν τούτους ἠξίωσας θυγατριδοῦς ὄντας ἐκ τῆς οἰκίας τῆς αὑτῶν ἐν τριβωνίοις, ἀνυποδήτους, οὐ μετὰ ἀκολούθου, οὐ μετὰ στρωμάτων, οὐ μετὰ ἱματίων, οὐ μετὰ τῶν ἐπίπλων πατὴρ αὐτοῖς κατέλιπεν, οὐδὲ μετὰ τῶν παρακαταθηκῶν ἃς ἐκεῖνος παρὰ σοὶ κατέθετο.

Tokens

καὶ 1 w 3
ἐκβάλλειν 1 w 12
τούτους 1 w 19
ἠξίωσας 1 w 26
θυγατριδοῦς 1 w 37
ὄντας 1 w 42
ἐκ 2 w 44
τῆς 1 w 47
οἰκίας 1 w 53
τῆς 2 w 56
αὑτῶν 1 w 61
ἐν 1 w 63
τριβωνίοις 1 w 73
ἀνυποδήτους 1 w 85
οὐ 1 w 88
μετὰ 1 w 92
ἀκολούθου 1 w 101
οὐ 2 w 104
μετὰ 2 w 108
στρωμάτων 1 w 117
οὐ 3 w 120
μετὰ 3 w 124
ἱματίων 1 w 131
οὐ 4 w 134
μετὰ 4 w 138
τῶν 2 w 141
ἐπίπλων 1 w 148
1 w 149
1 w 150
πατὴρ 1 w 155
αὐτοῖς 1 w 161
κατέλιπεν 1 w 170
οὐδὲ 1 w 175
μετὰ 5 w 179
τῶν 3 w 182
παρακαταθηκῶν 1 w 195
ἃς 1 w 197
ἐκεῖνος 1 w 204
παρὰ 1 w 208
σοὶ 1 w 211
κατέθετο 1 w 219

Dictionary Citations

LSJ

ἀνυπόδητος
unshod, barefoot, as the philosophers and Spartans, Epich. 108, Lys. 32.16, Pl. Phdr. 229a, Smp. 173b, Ar. Nu. 103, etc.; ἀ. ὄρθρου περιπατεῖν Aristopho 10.8.
παρακαταθήκη
deposit of money or property entrusted to oneʼs care, Hdt. 5.92.ηʹ; αἱ τῶν χρημάτων π. Isoc. 1.22; π. Ἀθηναίας, i.e. deposited in her temple, IG 2(2).1407.42; π. ἔχειν ib. 12.116.16, Th. 2.72, cf. Anaxandr. 55.1; π. χρυσίου ἢ ἀργυρίου δεξάμενος Pl. R. 442e; π. καταθέσθαι παρά τινι Lys. 32.16, cf. 5; ἀποδιδόναι to restore it, Arist. EN 1135b7; ἀποστερῆσαι to withhold it, Id. Rh. 1383b21; ἐν π. δοθῆναι, ἔχειν, Plb. 5.74.5, Mitteis Chr. 372 vi 19 (ii A. D.); αἱ π. τῆς τραπέζης banking deposits, D. 36.6: metaph., ταῦτʼ (sc. τοὺς νόμους) ἔχεθʼ . . παρὰ τῶν ἄλλων ὡσπερεὶ π. Id. 21.177; οἱ τὴν τῶν νόμων π. ἔχοντες Aeschin. 1.187.
στρῶμα
anything spread or laid out for lying or sitting upon, mattress, bed, ἀσπάλαθοι δὲ τάπησιν ὁμοῖον στρῶμα θανόντι Thgn. 1193, cf. PEleph. 5.5 (iii B.C.), etc.; used on the funeral bier, IG 12(5).593.3 ( Ceos, v B.C.), Schwyzer 323 C 29 ( Delph., iv B.C.): pl., bedclothes, coverings of a dinner-couch, Ar. Ach. 1090, Nu. 37, 1069, al.; of a birdʼs nest, Arist. HA 616a2; σ. πορφυρόβαπτα Pl. Com. 208; coupled with ἱμάτια, ἔπιπλα, Lys. 32.16; αἴρεσθαι τὰ σ. Ar. Ra. 596 (lyr.); σ. ὑποσπᾶν to pull the bed from under one, D. 24.197: cf. στρωματεύς 1.