Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Διογείτονος

κατὰ Διογείτονος (15)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg032.perseus-grc2:15
Refs {'start': {'reference': '15', 'human_reference': 'Section 15'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἀπέφηνε δʼ αὐτὸν ἑκατὸν μνᾶς κεκομισμένον ἐγγείῳ[*] ἐπὶ τόκῳ δεδανεισμένας, καὶ ἑτέρας δισχιλίας δραχμὰς καὶ ἔπιπλα πολλοῦ ἄξια· φοιτᾶν δὲ καὶ σῖτον αὐτοῖς ἐκ Χερρονήσου καθʼ ἕκαστον ἐνιαυτόν. ἔπειτα σὺ ἐτόλμησας ἔφη εἰπεῖν, ἔχων τοσαῦτα χρήματα, ὡς δισχιλίας δραχμὰς τούτων πατὴρ κατέλιπε καὶ τριάκοντα στατῆρας ἅπερ ἐμοὶ καταλειφθέντα ἐκείνου τελευτήσαντος ἐγώ σοι ἔδωκα;

Tokens

ἀπέφηνε 1 w 7
δʼ 1 w 9
αὐτὸν 1 w 14
ἑκατὸν 1 w 20
μνᾶς 1 w 24
κεκομισμένον 1 w 36
ἐγγείῳ 1 w 42
ἐγγείῳ 2 w 48
Naber 1 w 53
ἐγγείους 1 w 62
ἐγγύους 1 w 70
MSS 1 w 73
ἐπὶ 1 w 77
τόκῳ 1 w 81
δεδανεισμένας 1 w 94
καὶ 1 w 98
ἑτέρας 1 w 104
δισχιλίας 1 w 113
δραχμὰς 1 w 120
καὶ 2 w 123
ἔπιπλα 1 w 129
πολλοῦ 1 w 135
ἄξια 1 w 139
φοιτᾶν 1 w 146
δὲ 1 w 148
καὶ 3 w 151
σῖτον 1 w 156
αὐτοῖς 1 w 162
ἐκ 1 w 164
Χερρονήσου 1 w 174
καθʼ 1 w 178
ἕκαστον 1 w 185
ἐνιαυτόν 1 w 193
ἔπειτα 1 w 200
σὺ 1 w 202
ἐτόλμησας 1 w 211
ἔφη 1 w 214
εἰπεῖν 1 w 220
ἔχων 1 w 225
τοσαῦτα 1 w 232
χρήματα 1 w 239
ὡς 1 w 242
δισχιλίας 2 w 251
δραχμὰς 2 w 258
1 w 259
τούτων 1 w 265
πατὴρ 1 w 270
κατέλιπε 1 w 278
καὶ 4 w 281
τριάκοντα 1 w 290
στατῆρας 1 w 298
ἅπερ 1 w 302
ἐμοὶ 1 w 306
καταλειφθέντα 1 w 319
ἐκείνου 1 w 326
τελευτήσαντος 1 w 339
ἐγώ 1 w 342
σοι 1 w 345
ἔδωκα 1 w 350

Dictionary Citations

LSJ

ἔγγαιος
II in land, consisting of land, οὐσία Lys. Fr. 91, D. 36.5; κτήσεις ἔγγειοι καὶ οἰκίαι IG 9(2).338.9 (Thess.), cf. CIG 2056 ( Odessus), Plb. 6.45.3; τὰ ἔγγεια the fixtures of a farm, D. 30.30; συμβόλαιον ἔγγειον Id. 33.3; στατῆρας δανεισάμενος ἐγγείων τόκων on mortgage, Id. 34.23 ( ἑκατὸν μνᾶς ἐγγείους (v.l. ἐγγύους) ἐπὶ τόκῳ δεδανεισμένας is read by codd. in Lys. 32.15); ἔγγεια καὶ ναυτικά PEleph. 1.13 (iv B.C.).
ἔγγυος
secured, under good security, μνᾶς . . ἐγγύους ἐπὶ τόκῳ δεδανεισμένας Lys. 32.15 (but v. ἔγγαιος II).
φοιτάω
II to come in constantly or regularly, be imported, ἐξ ἐσχάτης (sc. Εὐρώπης) ὅ τε κασσίτερος ἡμῖν φοιτᾷ καὶ τὸ ἤλεκτρον Hdt. 3.115; κέρεα τὰ ἐς Ἔλληνας φοιτέοντα which are imported into Greece, Id. 7.126; σῖτος δέ σφι πολλὸς ἐφοίτα corn came in to them in plenty, ib. 23, cf. Lys. 32.15, X. HG 1.1.35; come in, of tribute or taxes, τάλαντον ἀργυρίου Ἀλεξάνδρῳ ἡμέρης ἑκάστης ἐφοίτα Hdt. 5.17, cf. 3.90: generally, ἀκάμας χρόνος . . ἀενάῳ ῥεύματι φ. E. Fr. 594.2 (anap.); ᾧ μία τις πήρα, μία διπλοΐς, εἷς ἅμʼ ἐφοίτασκίπων travelled, AP 7.65 (Antip.); of reports, λόγος ἐφοίτα was current, Plu. Fab. 21; τὸ Σερτωρίου κλέος ἐφοίτα πανταχόσε Id. Sert. 23; ἀρεταὶ πάντῃ φ. διὰ τῆς φήμης D.S. 10.12; of fits of pain, ἥδε [νόσος] ὀξεῖα φοιτᾷ καὶ ταχεῖ, ἀπέρχεται S. Ph. 808, cf. Hes. Op. 103; of the καταμήνια, Arist. HA 582b4, GA 727b27; of recurrent καθάρσεις, Id. HA 583a26; τὰ οὖρα καθαρὰ ἐφοίτα came clear, Hp. Epid. 7.115; ἄνω φοιτᾷ ἡ ὀδύνη Id. Mul. 1.63; of recurrent phenomena, such as rain, snow, hail, Arist. Mete. 347b12, Pr. 931a38.