Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἐπικράτους καὶ τῶν συμπρεσβευτῶν ἐπίλογος ὡς Θεόδωρος

κατὰ Ἐπικράτους καὶ τῶν συμπρεσβευτῶν ἐπίλογος ὡς Θεόδωρος (11)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg027.perseus-grc2:11
Refs {'start': {'reference': '11', 'human_reference': 'Section 11'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καίτοι ἑτέροις ὑμεῖς ἔστιν ὅτε τὰ πατρῷα κεκτημένοις ταῦτα ποιοῦσιν ἐφθονεῖτε· νῦν δʼ οὕτως πόλις διάκειται, ὥστε οὐκέτι ὧν οὗτοι κλέπτουσιν ὀργίζεσθε, ἀλλʼ ὧν αὐτοὶ λαμβάνετε χάριν ἴστε, ὥσπερ ὑμεῖς τὰ τούτων μισθοφοροῦντες, ἀλλʼ οὐ τούτων τὰ ὑμέτερα κλεπτόντων.

Tokens

καίτοι 1 w 6
ἑτέροις 1 w 13
ὑμεῖς 1 w 18
ἔστιν 1 w 23
ὅτε 1 w 26
τὰ 1 w 28
πατρῷα 1 w 34
κεκτημένοις 1 w 45
ταῦτα 1 w 50
ποιοῦσιν 1 w 58
ἐφθονεῖτε 1 w 67
νῦν 1 w 71
δʼ 1 w 73
οὕτως 1 w 78
1 w 79
πόλις 1 w 84
διάκειται 1 w 93
ὥστε 1 w 98
οὐκέτι 1 w 104
ὧν 1 w 106
οὗτοι 1 w 111
κλέπτουσιν 1 w 121
ὀργίζεσθε 1 w 130
ἀλλʼ 1 w 135
ὧν 2 w 137
αὐτοὶ 1 w 142
λαμβάνετε 1 w 151
χάριν 1 w 156
ἴστε 1 w 160
ὥσπερ 1 w 166
ὑμεῖς 2 w 171
τὰ 2 w 173
τούτων 1 w 179
μισθοφοροῦντες 1 w 193
ἀλλʼ 2 w 198
οὐ 2 w 200
τούτων 2 w 206
τὰ 3 w 208
ὑμέτερα 1 w 215
κλεπτόντων 1 w 225

Dictionary Citations

LSJ

μισθοφορέω
receive wages or pay, esp. in the public service, serve for hire, Ar. Av. 584, V. 683, X. Oec. 1.4, etc.; δημοτικὸν τὸ μισθοφορεῖν πάντας Arist. Pol. 1317b35; παρά τινος Luc. Apol. 11: c. acc. rei, receive as pay, τρεῖς δραχμάς Ar. Ach. 602; τὰ δημόσια μ. χρήματα Id. Ec. 206; μ. ἄλφιτα Id. Pax 477; μ. τὰ τούτων receive pay from their purse, Lys. 27.11.
πατρῷος
of or from oneʼs father, coming or inherited from him, σκῆπτρον, ἔγχος, Il. 2.46, 19.387 ; τέμενος, δῶμα, οἶκος, 20.391, 21.44, Hes. Op. 376 ; ξεῖνος πατρώϊός ἐσσι παλαιός my old hereditary friend, Il. 6.215 ; π. ἑταῖροι Od. 2.254, 17.69 ; γαῖα πατρωΐη oneʼs fatherland, 13.188, 251 ; πατρῴα γῆ Thgn. 888, Pi. P. 4.290, S. El. 67, etc.; π. οὖδας A. Ag. 503 ; ἄστυ S. OT 1450 ; δῶμα, ἑστία, κοῖται, E. Or. 1595, Hec. 22, S. El. 194 (lyr.); πατρώϊα oneʼs fatherʼs goods, patrimony, Od. 17.80, 20.336, 22.61 ; τὰ π. Hdt. 9.26, Ar. Th. 819, Lys. 27.11, v.l. in Arist. Pol. 1303b34 ; τὰ π. χρήματα Ar. Av. 1658 ; θρόνος A. Pr. 230, cf. S. El. 268, etc.; δοῦλοι π. Hdt. 2.1 ; γέρεα Id. 7.104 ; θυσίαι D. Ep. 3.30 codd. ; ἀρχή X. An. 1.7.6 ; π. δόξα hereditary glory, Id. HG 7.5.16 (but πατρῴα καὶ παππῴα δόξα of our fathers and grandfathers, D. 10.73) ; π. οἰκία, κλῆρος, And. 1.62, Pl. Chrm. 157e, Lg. 923d, etc.; οὐσία Anaxandr. 45 ; ἡ εἰρήνη ἡ π. IG 42(1).68.13 ( Epid., iv B. C.) ; ἔχων π. ἡμῶν ὑποθήκην Sammelb. 7339.6 (i A. D.) ; π. θεοί tutelary gods of a family or people, as Apollo at Athens, S. Ph. 933, cf. Pl. Euthd. 302d, Arist. Ath. 55.3, Sammelb. 6262.5 (iii A. D.) ; Zeus among the Dorians, A. Fr. 162.3 ; πρὸς θεῶν π. καὶ μητρῴων X. HG 2.4.21, cf. Th. 7.69 : sg., Berl.Sitzb. 1927.169 ( Cyrene) ; Zeus was the θεὸς π. of Heracles, S. Tr. 288, 753 ; of Orestes, E. El. 671 ; Ζεὺς π. was also the god who protects parents’ rights, Ar. Nu. 1468, Pl. Lg. 881d, etc.
φθονέω
2 πτωχὸς πτωχῷ φθονέει καὶ ἀοιδὸς ἀοιδῷ Hes. Op. 26; οὐ φ. ἀγαθοῖς Pi. P. 3.71; φ. φασὶ μητρυιὰς τέκνοις E. Ion 1025; τισὶ φ. καὶ δυσμενῶς ἔχειν Isoc. 12.241, cf. 8.13; freq. with part. added, φ. τινὶ εὖ πρήσσοντι to envy him for his good fortune, Hdt. 7.236, 237; παιδικοῖς φ. οὐσίαν κεκτημένοις Pl. Phdr. 240a, cf. Lys. 27.11; without a Noun expressed, καλῶς πράττουσι, πλουτοῦντι φ., Isoc. 1.26, Lys. 21.15, etc.: c. dat. rei, φ. τοῖς ἀγαθοῖς τινος X. Cyr. 2.4.10 (v.l. ἐπὶ τοῖς ἀγ., cf. Isoc. 1.26; ἐφʼ οἷς ἕτεροι ποιήσαντες ἐτιμήθησαν φ. D. 20.151): c. gen. rei, τοῦ εὐτυχέειν φθονέουσι καὶ τὸ κρέσσον στυγέουσι Hdt. 7.236; οὐδέ τί σε χρὴ ἀλλοτρίων φθονέειν to be envious because of other menʼs goods Od. 18.18: c. dat. pers. et gen. rei, bear a grudge against a person on account of a thing, E. HF 1309.