Scaife ATLAS

CTS Library / Πρὸς τὴν εἰσαγγελίαν περὶ τοῦ μὴ δίδοσθαι τῷ ἀδυνάτῳ ἀργύριον

Πρὸς τὴν εἰσαγγελίαν περὶ τοῦ μὴ δίδοσθαι τῷ ἀδυνάτῳ ἀργύριον (5)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg024.perseus-grc2:5
Refs {'start': {'reference': '5', 'human_reference': 'Section 5'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ τεκμηρίοις χρῆται τῆς μὲν τοῦ σώματος ῥώμης, ὅτι ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβαίνω, τῆς δʼ ἐν τῇ τέχνῃ εὐπορίας, ὅτι δύναμαι συνεῖναι δυναμένοις ἀνθρώποις ἀναλίσκειν. τὴν μὲν οὖν ἐκ τῆς τέχνης εὐπορίαν καὶ τὸν ἄλλον τὸν ἐμὸν βίον, οἷος τυγχάνει, πάντας ὑμᾶς οἴμαι γιγνώσκειν· ὅμως δὲ κἀγὼ διὰ βραχέων ἐρῶ.

Tokens

καὶ 1 w 3
τεκμηρίοις 1 w 13
χρῆται 1 w 19
τῆς 1 w 22
μὲν 1 w 25
τοῦ 1 w 28
σώματος 1 w 35
ῥώμης 1 w 40
ὅτι 1 w 44
ἐπὶ 1 w 47
τοὺς 1 w 51
ἵππους 1 w 57
ἀναβαίνω 1 w 65
τῆς 2 w 69
δʼ 1 w 71
ἐν 1 w 73
τῇ 1 w 75
τέχνῃ 1 w 80
εὐπορίας 1 w 88
ὅτι 2 w 92
δύναμαι 1 w 99
συνεῖναι 1 w 107
δυναμένοις 1 w 117
ἀνθρώποις 1 w 126
ἀναλίσκειν 1 w 136
τὴν 1 w 140
μὲν 2 w 143
οὖν 1 w 146
ἐκ 1 w 148
τῆς 3 w 151
τέχνης 1 w 157
εὐπορίαν 1 w 165
καὶ 2 w 168
τὸν 1 w 171
ἄλλον 1 w 176
τὸν 2 w 179
ἐμὸν 1 w 183
βίον 1 w 187
οἷος 1 w 192
τυγχάνει 1 w 200
πάντας 1 w 207
ὑμᾶς 1 w 211
οἴμαι 1 w 216
γιγνώσκειν 1 w 226
ὅμως 1 w 231
δὲ 1 w 233
κἀγὼ 1 w 237
διὰ 1 w 240
βραχέων 1 w 247
ἐρῶ 1 w 250

Dictionary Citations

LSJ

εὐπορία
ease, facility, of doing a thing, c. inf., Emp. 100.5; ναῦς εὐ. ἦν ποιεῖσθαι Th. 4.52: abs., ὅτε πολλὴ ὑμῖν εὐ. φαίνεται X. An. 7.6.37: c. gen. rei, easy means of providing, τοῦ βίου Pl. Prt. 321e; τοῦ καθʼ ἡμέραν Th. 3.82; also εὐ. ἐν τῇ τέχνῃ, ἐκ τῆς τέχνης, Lys. 24.5; εὐ. τῆς τύχης Th. 3.45; εὐπορίαν τῇ βδελυρίᾳ τῇ ἑαυτοῦ τοὺς συμμάχους ποιεῖσθαι to make them a means of satisfying his brutal passions, Aeschin. 1.107; ἡ παρʼ ἀλλήλων εὐ. mutual assistance, Isoc. 6.67.