I
to be able, strong enough to do, c. inf. pres. et aor., Il. 19.163, 1.562, etc.: fut. inf. is f.l. ( πείσειν for πείθειν) in S. Ph. 1394, ( κωλύσειν for κωλῦσαι) Plb. 21.11.13, etc.: freq. abs., with inf. supplied from the context, εἰ δύνασαί γε if at least thou canst (sc. περισχέσθαι), Il. 1.393: also c. acc. Pron. or Adj., ὅσσον δύναμαι χερσίν τε ποσίν τε 20.360; [ Ζεὺς] δύναται ἅπαντα Od. 4.237; μέγα δυνάμενος very powerful, mighty, 1.276, cf. 11.414; δ. μέγιστον ξείνων Hdt. 9.9, etc.; μέγα δύναται, multum valet, A. Eu. 950 (lyr.); δ. Διὸς ἄγχιστα Id. Supp. 1035; οἱ δυνάμενοι men of power, rank, and influence, E. Or. 889, Th. 6.39, etc.; οἱ δυνάμενοι, opp. οἱ μὴ ἔχοντες, Democr. 255; opp. οἱ πένητες, Archyt. 3; δυνάμενος παρά τινι having influence with him, Hdt. 7.5, And. 4.26, etc.; δύνασθαι ἐν τοῖς πρώτοις Th. 4.105; δ. τοῖς χρήμασι, τῷ σώματι, Lys. 6.48, 24.4; ὁ δυνάμενος one that can maintain himself, Id. 24.12; of things, [ διαφέρει] οἷς δύνανται differ in their potentialities, Plot. 6.3.17.
III
concerning, ὑ. σέθεν αἴσχεʼ ἀκούω Il. 6.524; κᾶρυξ ἀνέειπέ νιν ἀγγέλλων Ἱέρωνος ὑ. καλλινίκου ἅρμασι Pi. P. 1.32; Σκύθαι μὲν ὧδε ὑ. σφέων τε αὐτῶν καὶ τῆς χώρης τῆς κατύπερθε λέγουσι Hdt. 4.8; τὰ λεγόμενα ὑ. ἑκάστων v.l. in Id. 2.123; τοὺς ὑ. τοῦ αἰῶνος φόβους Epicur. Sent. 20; διαλεχθῆναι, ἀγορεύειν ὑ. τινός, Pl. Ap. 39e, Lg. 776e; περὶ μὲν οὖν τούτων τοσαῦτά μοι εἰρήσθω, ὑ. ὧν δέ μοι προσήκει λέγειν . . Lys. 24.4, cf. 21, 16.20; ὑ. οὗ . . ὁμολογῶ . . διαφέρεσθαι τούτοις D. 18.31; βουλευομένων ὑ. τοῦ ποίαν τινὰ [εἰρήνην ποιητέον] Id. 19.94; ἔγραψάς μοι ὑ. τῶν καμίνων PCair.Zen. 273.2 (iii B. C.); ἐνεκάλουν ὑ. σύκων PSI 6.554.24 (iii B. C.); ἐπεδώκαμέν σοι ὑπόμνημα ὑ. τοῦ μὴ εἰληφέναι τὴν . . ὄλυραν UPZ 46.4 (ii B. C.); συλλαλήσαντες ὑ. τοῦ τὴν πόλιν ἐνδοῦναι τοῖς Ῥωμαίοις Plb. 1.43.1; θροῦς ὑ. τοῦ τὸν Λυκοῦργον ἐκπέμπειν talk of sending L., Id. 5.18.5, cf. 6; γνώμην ὑ. τῆς κοινῆς [δόξης] Isoc. 6.93; ὑ. τῶν τούτου λῃτουργιῶν . . ὡδὶ γιγνώσκω D. 21.152; ἐκ τῶν ἐμφανῶν ὑ. τῶν ἀφανῶν πιστεύειν Jul. Or. 4.138b; with vbs. expressing emotion, ποίας . . γυναικὸς ἐκφοβεῖσθʼ ὕ.; S. OT 989; εἰ τὰ παρὰ σοὶ καλῶς ἔχει, θάρρει ὑ. ἐκείνων X. Cyr. 7.1.17; οὐδεὶς ὑ. μου δαιμόνων μηνίεται κατασφαγείσης A. Eu. 101 (approaching sense II.1).