Scaife ATLAS

CTS Library / ἐν βουλῇ Μαντιθέῳ δοκιμαζομένῳ ἀπολογία

ἐν βουλῇ Μαντιθέῳ δοκιμαζομένῳ ἀπολογία (3)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg016.perseus-grc2:3
Refs {'start': {'reference': '3', 'human_reference': 'Section 3'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἀξιῶ δέ, βουλή, ἐὰν μὲν τοῦτο μόνον ὑμῖν ἐπιδείξω, ὡς εὔνους εἰμὶ τοῖς καθεστηκόσι πράγμασι καὶ ὡς ἠνάγκασμαι τῶν αὐτῶν κινδύνων μετέχειν ὑμῖν, μηδέν πώ μοι πλέον εἶναι· ἐὰν δὲ φαίνωμαι καὶ[*] περὶ τὰ ἄλλα μετρίως βεβιωκὼς καὶ πολὺ παρὰ τὴν δόξαν καὶ παρὰ τοὺς λόγους τοὺς τῶν ἐχθρῶν, δέομαι ὑμῶν ἐμὲ μὲν δοκιμάζειν, τούτους δὲ ἡγεῖσθαι χείρους εἶναι. πρῶτον δὲ ἀποδείξω ὡς οὐχ ἵππευον οὐδʼ ἐπεδήμουν ἐπὶ τῶν τριάκοντα, οὐδὲ μετέσχον τῆς τότε πολιτείας.

Tokens

ἀξιῶ 1 w 4
δέ 1 w 6
1 w 8
βουλή 1 w 13
ἐὰν 1 w 17
μὲν 1 w 20
τοῦτο 1 w 25
μόνον 1 w 30
ὑμῖν 1 w 34
ἐπιδείξω 1 w 42
ὡς 1 w 45
εὔνους 1 w 51
εἰμὶ 1 w 55
τοῖς 1 w 59
καθεστηκόσι 1 w 70
πράγμασι 1 w 78
καὶ 1 w 81
ὡς 2 w 83
ἠνάγκασμαι 1 w 93
τῶν 1 w 96
αὐτῶν 1 w 101
κινδύνων 1 w 109
μετέχειν 1 w 117
ὑμῖν 2 w 121
μηδέν 1 w 127
πώ 1 w 129
μοι 1 w 132
πλέον 1 w 137
εἶναι 1 w 142
ἐὰν 2 w 146
δὲ 1 w 148
φαίνωμαι 1 w 156
καὶ 2 w 159
καὶ 3 w 162
add 1 w 165
Reiske 1 w 172
περὶ 1 w 176
τὰ 1 w 178
ἄλλα 1 w 182
μετρίως 1 w 189
βεβιωκὼς 1 w 197
καὶ 4 w 200
πολὺ 1 w 204
παρὰ 1 w 208
τὴν 1 w 211
δόξαν 1 w 216
καὶ 5 w 219
παρὰ 2 w 223
τοὺς 1 w 227
λόγους 1 w 233
τοὺς 2 w 237
τῶν 3 w 240
ἐχθρῶν 1 w 246
δέομαι 1 w 253
ὑμῶν 1 w 257
ἐμὲ 1 w 260
μὲν 2 w 263
δοκιμάζειν 1 w 273
τούτους 1 w 281
δὲ 2 w 283
ἡγεῖσθαι 1 w 291
χείρους 1 w 298
εἶναι 2 w 303
πρῶτον 1 w 310
δὲ 3 w 312
ἀποδείξω 1 w 320
ὡς 3 w 322
οὐχ 1 w 325
ἵππευον 1 w 332
οὐδʼ 1 w 336
ἐπεδήμουν 1 w 345
ἐπὶ 1 w 348
τῶν 4 w 351
τριάκοντα 1 w 360
οὐδὲ 1 w 365
μετέσχον 1 w 373
τῆς 1 w 376
τότε 1 w 380
πολιτείας 1 w 389

Dictionary Citations

LSJ

βιόω
live, pass oneʼs life (opp. ζάω, live, exist), βέλτερον ἢ ἀπολέσθαι ἕνα χρόνον ἠὲ βιῶναι Il. 15.511, cf. 10.174; ἄλλος μὲν ἀποφθίσθω, ἄλλος δὲ βιώτω 8.429; βίον βιοῦν Pl. La. 188a, etc.; β. παρανόμως, μετρίως, ἐνδόξως, D. 22.24, Lys. 16.3, Plu. Coniug. 2.145f: with neut. Pron., ἀπʼ αὐτῶν ὧν αὐτὸς βεβίωκεν ἄρξομαι . . from the very actions of his own life, D. 18.130:— Pass., τὰ σοὶ κἀμοὶ βεβιωμένα the actions of our life, ib. 265, cf. Isoc. 15.7, Lys. 16.1; τὰ πεπραγμένα καὶ βεβ. D. 22.53; τοιούτων ὄντων ἃ τῷ βδελυρῷ τούτῳ . . βεβίωται Id. 21.151; ἐπιτηδευμάτων οἷα τούτῳ βεβίωται Id. 22.78; ὅ γε βεβιωμένος [βίος] Id. 19.200; impers., βεβίωταί [μοι] I have lived, Lat. vixi, Cic. Att. 12.2.2, 14.21.3: — Med. in act. sense, Hdt. 2.177, Arist. EN 1180a17.
δοκιμάζω
a approve after scrutiny as fit for an office, Lys. 16.3, Pl. Lg. 759d, Arist. Ath. 45.3:— Pass., to be approved as fit, Lys. 15.6, etc.; δοκιμασθεὶς ἀρχέτω Pl. Lg. 765b; μου δοκιμαζομένου when I was undergoing a scrutiny, D. 21.111; δεδοκιμασμένος [ἰατρός] PFay. 106.24 (ii A. D.), cf. PGnom. 201 (ii A. D.): metaph., ὃν ὁ Ἥφαιστος ἐδοκίμασεν OGI 90.3 (ii B. C.); ὑπὲρ τοῦ στεφανωθῆναι δοκιμάζομαι D. 18.266.
μέτριος
3 modestly, temperately, χαίρειν E. IA 921, cf. HF 709; ἀποκρίνασθαι X. An. 2.3.20; μ. βεβιωκώς Lys. 16.3 (but μ. διάγειν to be moderately off, X. Hier. 1.8); πενθεῖν μ. Antiph. 53.1; φέρειν Plb. 3.85.9; on fair terms, μ. ξυναλλαγῆναι Th. 4.19, cf. 20: Comp. - ώτερον, πρός τινας φρονεῖν X. Cyr. 4.3.7.
χείρων
2 worse than others, sts. almost like a positive, knave, opp. ἀγαθός, S. Ph. 456, cf. Th. 3.9, Lys. 16.3; οἱ πένητες καὶ οἱ δημόται καὶ οἱ χ. X. Ath. 1.4, cf. 3.10; οἱ χ., opp. οἱ ἀγαθοί, Pl. R. 460c, etc.