Scaife ATLAS

CTS Library / ἐν βουλῇ Μαντιθέῳ δοκιμαζομένῳ ἀπολογία

ἐν βουλῇ Μαντιθέῳ δοκιμαζομένῳ ἀπολογία (2)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg016.perseus-grc2:2
Refs {'start': {'reference': '2', 'human_reference': 'Section 2'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἐγὼ γὰρ οὕτω σφόδρα ἐμαυτῷ πιστεύω, ὥστʼ ἐλπίζω καὶ εἴ τις πρός με τυγχάνει ἀηδῶς κακῶς[*] διακείμενος, ἐπειδὰν ἐμοῦ λέγοντος ἀκούσῃ περὶ τῶν πεπραγμένων, μεταμελήσειν αὐτῷ καὶ πολὺ βελτίω με εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον ἡγήσεσθαι.

Tokens

ἐγὼ 1 w 3
γὰρ 1 w 6
οὕτω 1 w 10
σφόδρα 1 w 16
ἐμαυτῷ 1 w 22
πιστεύω 1 w 29
ὥστʼ 1 w 34
ἐλπίζω 1 w 40
καὶ 1 w 43
εἴ 1 w 45
τις 1 w 48
πρός 1 w 52
με 1 w 54
τυγχάνει 1 w 62
ἀηδῶς 1 w 67
1 w 68
κακῶς 1 w 73
2 w 74
κακῶς 2 w 79
del 1 w 82
Reiske 1 w 89
διακείμενος 1 w 100
ἐπειδὰν 1 w 108
ἐμοῦ 1 w 112
λέγοντος 1 w 120
ἀκούσῃ 1 w 126
περὶ 1 w 130
τῶν 1 w 133
πεπραγμένων 1 w 144
μεταμελήσειν 1 w 157
αὐτῷ 1 w 161
καὶ 2 w 164
πολὺ 1 w 168
βελτίω 1 w 174
με 5 w 176
εἰς 1 w 179
τὸν 1 w 182
λοιπὸν 1 w 188
χρόνον 1 w 194
ἡγήσεσθαι 1 w 203

Dictionary Citations

LSJ

ἀηδής
III Adv. -δῶς unpleasantly, ζῆν Pl. Prt. 351b; ἀ. ἔχειν τινί to be on bad terms with one, D. 20.142, cf. 37.11; ἀ. διακεῖσθαι, διατεθῆναι, πρός τινα, Lys. 16.2, Isoc. 12.19.
διάκειμαι
II to be in a certain state of mind, body, or circumstances, to be disposed or affected in a certain manner, Hdt. 2.83, etc.: freq. with Adv., ὡς διάκειμαι what a state I am in! E. Tr. 113 (lyr.); ὁρᾶτε ὡς δ. ὑπὸ τῆς νόσου Th. 7.77, etc.; σχεδόν τι οὕτω διεκείμεθα, τοτὲ μὲν γελῶντες κτλ. Pl. Phd. 59a; μοχθηρῶς, φαυλότατα δ., to be in a sorry plight, Id. Grg. 504e, Erx. 405d; οὕτω δ. τὴν γνώμην ὡς . . Isoc. 2.13; εὖ δ. τινί, to be well disposed towards him, Is. 4.18; πρός τινα κακῶς δ. Lys. 16.2; πρὸς τοὺς ἄρχοντας Isoc. 3.10; φιλικῶς τινί, οἰκείως πρός τινα, X. An. 2.5.27, 7.5.16: abs., to be well-disposed, πρός τινα Philostr. VA 1.7 (cf. ἀπὸ τοῦ διακειμένου ἀκροασάμενος Id. VS 2.10.1); ἐπιφθόνως δ. τινί to be envied by him, Th. 1.75; ὑπόπτως τῷ πλήθει δ. to be suspected by the people, Id. 8.68; ἐρωτικῶς δ. τῶν καλῶν to be in love with . ., Pl. Smp. 216d; ἀπλήστως δ. πρὸς ἡδονήν X. Cyr. 4.1.14; λύμῃ δ., = λυμαίνεσθαι, Hdt. 2.162; τὸ διακείμενον, of the intransitive Verb, opp. τὸ ποιοῦν, Arist. SE 166b14.
ἐλπίζω
hope for, or rather (in earlier writers) look for, expect:—Constr.: c. acc., A. Th. 589, Ch. 539, etc., τι παρά τινος X. Mem. 4.3.17, D. 19.102: freq. with a dependent clause in inf., hope to do, or hope or expect that . .; c. fut. inf., ἐ. μιν ἀποθανέεσθαι Hdt. 3.143, cf. Antipho 2.3.6, Th. 4.71, Lys. 16.2; ἐ. τὴν Εὐρώπην δουλώσεσθαι (v.l. -ασθαι) Id. 2.21: c. aor. inf., ἐ. ποτὲ δεῖξαι S. Ph. 629; ἤλπιζον ἑλεῖν X. Ages. 7.6: also with ἄν, οὐδαμὰ ἐλπίζων ἂν ἡμίονον τεκέειν Hdt. 3.151, Th. 2.53; the inf. may be omitted, ἔκλυον ἃν . . οὐδʼ ἂν ἤλπισʼ αὐδάν (sc. κλύειν) S. El. 1281; also ἐ. ὅπως . ., with fut., E. Heracl. 1051, S. El. 963:— Pass., τὸ μηδαμὰ ἐλπισθὲν ἥξειν Id. OC 1105; ὁ ἐλπισθεὶς αὐτοκράτωρ POxy. 1021.6 (i A.D.).
μεταμέλει
3 μ. τινί it repents one, Ar. Pl. 358, Antipho 5.94, Lys. 16.2: also without a dat., ξυνέβη ὑμῖν πεισθῆναι μὲν ἀκεραίοις μεταμέλειν δὲ κακουμένοις to repent when in distress, Th. 2.61; μεταλαμβάνειν ταὐτὰ καὶ μεταμέλειν ἐν ταῖς πράξεσιν Pl. Prt. 356d.