Scaife ATLAS

CTS Library / Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς

Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς (61)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg002.perseus-grc2:61
Refs {'start': {'reference': '61', 'human_reference': 'Section 61'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐξήχθην ὑπὲρ πάσης ὀλοφύρασθαι τῆς Ἑλλάδος· ἐκείνων δὲ τῶν ἀνδρῶν ἄξιον καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ μεμνῆσθαι, οἳ φεύγοντες τὴν δουλείαν καὶ περὶ τοῦ δικαίου μαχόμενοι καὶ ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας στασιάσαντες πάντας πολεμίους κεκτημένοι εἰς τὸν Πειραιᾶ κατῆλθον, οὐχ ὑπὸ νόμου ἀναγκασθέντες, ἀλλʼ ὑπὸ τῆς φύσεως πεισθέντες, καινοῖς κινδύνοις τὴν παλαιὰν ἀρετὴν τῶν προγόνων μιμησάμενοι,

Tokens

ἀλλὰ 1 w 4
ταῦτα 1 w 9
μὲν 1 w 12
ἐξήχθην 1 w 19
ὑπὲρ 1 w 23
πάσης 1 w 28
ὀλοφύρασθαι 1 w 39
τῆς 1 w 42
Ἑλλάδος 1 w 49
ἐκείνων 1 w 57
δὲ 1 w 59
τῶν 1 w 62
ἀνδρῶν 1 w 68
ἄξιον 1 w 73
καὶ 1 w 76
ἰδίᾳ 1 w 80
καὶ 2 w 83
δημοσίᾳ 1 w 90
μεμνῆσθαι 1 w 99
οἳ 1 w 102
φεύγοντες 1 w 111
τὴν 1 w 114
δουλείαν 1 w 122
καὶ 3 w 125
περὶ 1 w 129
τοῦ 1 w 132
δικαίου 1 w 139
μαχόμενοι 1 w 148
καὶ 4 w 151
ὑπὲρ 2 w 155
τῆς 2 w 158
δημοκρατίας 1 w 169
στασιάσαντες 1 w 181
πάντας 1 w 187
πολεμίους 1 w 196
κεκτημένοι 1 w 206
εἰς 1 w 209
τὸν 1 w 212
Πειραιᾶ 1 w 219
κατῆλθον 1 w 227
οὐχ 1 w 231
ὑπὸ 1 w 234
νόμου 1 w 239
ἀναγκασθέντες 1 w 252
ἀλλʼ 1 w 257
ὑπὸ 2 w 260
τῆς 3 w 263
φύσεως 1 w 269
πεισθέντες 1 w 279
καινοῖς 1 w 287
κινδύνοις 1 w 296
τὴν 2 w 299
παλαιὰν 1 w 306
ἀρετὴν 1 w 312
τῶν 2 w 315
προγόνων 1 w 323
μιμησάμενοι 1 w 334

Dictionary Citations

LSJ

ἐξάγω
IV lead on, carry away, excite, τινά E. Alc. 1080, Supp. 79; τινὰ ἐπʼ οἶκτον Id. Ion 361, cf. HF 1212 (anap.); ἐς τοὺς κινδύνους Th. 3.45; in bad sense, lead on, tempt, οὐδέ με οἶνος ἐ. ὥστε εἰπεῖν Thgn. 414; ἐ. ἐπὶ τὰ πονηρότερα τὸν ὄχλον Th. 6.89:— Med., E. HF 775 (lyr.); εἰς τὸ διδόναι λόγον Plu. Fac.lun. 2.922f:— Pass., to be led on to do a thing, c. inf., ἐξήχθην ὀλοφύρασθαι Lys. 2.61; ταῦτα . . ἐξήχθημεν εἰπεῖν Pl. R. 572b, cf. X. An. 1.8.21; ἃ μὲν ἄν τις ἐξαχθῇ πρᾶξαι D. 21.41, cf. 74; εἰς ἅμιλλαν Plu. Sol. 29: abs., to be carried away by passion, Din. 1.15; ὑπὸ τοῦ θυμοῦ Paus. 5.17.8, etc.; ἐξάγουσα ὀδύνη distracting pain, Herod.Med. ap. Orib. 7.8.1.
στασιάζω
2 form a party or faction, be at odds (defined by Arist. as happening ὅταν ἑκάτερος ἑαυτὸν [ἄρχειν] βούληται, EN 1167a34), Hdt. 1.59, 7.2, al., Cratin. 54; ἀλλήλοις X. Mem. 2.6.17; ἐπʼ ἀλλήλοισι Hdt. 1.60; περὶ τῆς ἡγεμονίης Id. 8.3; ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας Lys. 2.61; πρὸς τοὺς τυράννους ὑπὲρ τοῦ δήμου And. 2.26: generally, quarrel, τοῖσι ἑωυτοῦ ἀδελφεοῖσι Hdt. 4.160; τάξιος εἵνεκα Id. 9.27; διά τι Pl. R. 464e; ἐν ἑαυτοῖς ib. 465b; τοῖς ἐχθροῖσι μεθʼ ἡμῶν σ. side with us against them, Ar. Eq. 590; σ. κατ· ἀλλήλους περί τινος Th. 4.84; πρὸς ἀλλήλους περί τινος Pl. R. 488b, cf. Phld. Rh. 2.220 S.