Scaife ATLAS

CTS Library / Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς

Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς (60)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg002.perseus-grc2:60
Refs {'start': {'reference': '60', 'human_reference': 'Section 60'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὥστʼ ἄξιον ἦν ἐπὶ τῷδε τῷ τάφῳ τότε κείρασθαι τῇ Ἑλλάδι καὶ πενθῆσαι τοὺς ἐνθάδε κειμένους, ὡς συγκαταθαπτομένης τῆς αὑτῶν ἐλευθερίας τῇ τούτων ἀρετῇ· ὡς δυστυχὴς μὲν Ἑλλὰς τοιούτων ἀνδρῶν ὀρφανὴ γενομένη, εὐτυχὴς δʼ τῆς Ἀσίας βασιλεὺς ἑτέρων ἡγεμόνων λαβόμενος· τῇ μὲν γὰρ τούτων στερηθείσῃ δουλεία περιέστηκε, τῷ δʼ ἄλλων ἀρξάντων ζῆλος ἐγγίγνεται τῆς τῶν προγόνων διανοίας.

Tokens

ὥστʼ 1 w 4
ἄξιον 1 w 9
ἦν 1 w 11
ἐπὶ 1 w 14
τῷδε 1 w 18
τῷ 2 w 20
τάφῳ 1 w 24
τότε 1 w 28
κείρασθαι 1 w 37
τῇ 1 w 39
Ἑλλάδι 1 w 45
καὶ 1 w 48
πενθῆσαι 1 w 56
τοὺς 1 w 60
ἐνθάδε 1 w 66
κειμένους 1 w 75
ὡς 1 w 78
συγκαταθαπτομένης 1 w 95
τῆς 1 w 98
αὑτῶν 1 w 103
ἐλευθερίας 1 w 113
τῇ 2 w 115
τούτων 1 w 121
ἀρετῇ 1 w 126
ὡς 2 w 129
δυστυχὴς 1 w 137
μὲν 1 w 140
1 w 141
Ἑλλὰς 1 w 146
τοιούτων 1 w 154
ἀνδρῶν 1 w 160
ὀρφανὴ 1 w 166
γενομένη 1 w 174
εὐτυχὴς 1 w 182
δʼ 1 w 184
1 w 185
τῆς 2 w 188
Ἀσίας 1 w 193
βασιλεὺς 1 w 201
ἑτέρων 1 w 207
ἡγεμόνων 1 w 215
λαβόμενος 1 w 224
τῇ 4 w 227
μὲν 2 w 230
γὰρ 1 w 233
τούτων 2 w 239
στερηθείσῃ 1 w 249
δουλεία 1 w 256
περιέστηκε 1 w 266
τῷ 3 w 269
δʼ 2 w 271
ἄλλων 1 w 276
ἀρξάντων 1 w 284
ζῆλος 1 w 289
ἐγγίγνεται 1 w 299
τῆς 3 w 302
τῶν 2 w 305
προγόνων 1 w 313
διανοίας 1 w 321

Dictionary Citations

LSJ

κείρω
κείρω, fut. κερῶ Pl. R. 471a, Ion. κερέω Il. 23.146: aor. ἔκειρα Pi. P. 9.37, E. Tr. 1173, etc., Ep. ἔκερσα Il. 13.546 ( ἀπο-, in tmesi), A. Supp. 666 (lyr.): pf. κέκαρκα Sammelb. 6002 (ii B.C.), ( περι-) Luc. Symp. 32:— Med., fut. κεροῦμαι E. Tr. 1183, ( ἀπο-) Pl. Phd. 89b: aor. ἐκειράμην Lys. 2.60, etc., Ep. ἐκερσάμην Call. Fr. 311, A. Pers. 953 (lyr.): — Pass., aor. 1 part. κερθείς ( v.l. καρθ-) Pi. P. 4.82: aor. 2 ἐκάρην [ᾰ] PSI 4.368.45 (iii B.C.), subj. κᾰρῇ Hdt. 4.127, inf. κᾰρῆναι, part. καρείς, Luc. Sol. 6, Plu. Lys. 1: pf. inf. κεκάρθαι Hdt. 2.36: Att. plpf. ἐκεκάρμην Luc. Lex. 5. (Cf. Skt. kṛṇá̄ti ‘wound’, Lat. caro: prob. also OE. scieran, Eng. shear.):—
περιίστημι
3 περιισταμένους τῇ κλίνῃ Pl. Lg. 947b : mostly metaph., come round to one, ἡμῖν . . ἀδοξία τὸ πλέον ἢ ἔπαινος περιέστη Th. 1.76 ; τῇ [Ἑλλάδι] δουλεία περιέστηκε Lys. 2.60 ; τοῦ πολέμου περιεστηκότος Θηβαίοις D. 16.28 ; πηλίκα τῇ πόλει περιέστηκε πράγματα Id. 19.340 ; ἀνάγκη π. τινί, c. inf., ib. 212 : abs., of circumstances, mostly bad, τὰ περιεστηκότα πράγματα Lys. 2.32, cf. Epicur. Sent. 38 ; οἱ περιεστῶτες καιροί Plb. 3.86.7.
συγκαταθάπτω
bury along with, Hdt. 2.81, 5.92.ηʹ, Lys. 2.60.