Scaife ATLAS

CTS Library / Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς

Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς (37)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg002.perseus-grc2:37
Refs {'start': {'reference': '37', 'human_reference': 'Section 37'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

που διὰ τὴν ὑπάρχουσαν ἀπορίαν πολλάκις μὲν ἐδεξιώσαντο ἀλλήλους, εἰκότως δὲ σφᾶς αὐτοὺς ὠλοφύραντο, εἰδότες μὲν τὰς σφετέρας ναῦς ὀλίγας οὔσας, ὁρῶντες δὲ πολλὰς τὰς τῶν πολεμίων, ἐπιστάμενοι δὲ τὴν μὲν πόλιν ἠρημωμένην, τὴν δὲ χώραν πορθουμένην καὶ μεστὴν τῶν βαρβάρων, ἱερῶν δὲ καιομένων, ἁπάντων δʼ ἐγγὺς ὄντων τῶν δεινῶν,

Tokens

1 w 1
που 1 w 4
διὰ 1 w 7
τὴν 1 w 10
ὑπάρχουσαν 1 w 20
ἀπορίαν 1 w 27
πολλάκις 1 w 35
μὲν 1 w 38
ἐδεξιώσαντο 1 w 49
ἀλλήλους 1 w 57
εἰκότως 1 w 65
δὲ 1 w 67
σφᾶς 1 w 71
αὐτοὺς 1 w 77
ὠλοφύραντο 1 w 87
εἰδότες 1 w 95
μὲν 2 w 98
τὰς 1 w 101
σφετέρας 1 w 109
ναῦς 1 w 113
ὀλίγας 1 w 119
οὔσας 1 w 124
ὁρῶντες 1 w 132
δὲ 2 w 134
πολλὰς 1 w 140
τὰς 2 w 143
τῶν 1 w 146
πολεμίων 1 w 154
ἐπιστάμενοι 1 w 166
δὲ 3 w 168
τὴν 2 w 171
μὲν 3 w 174
πόλιν 1 w 179
ἠρημωμένην 1 w 189
τὴν 3 w 193
δὲ 4 w 195
χώραν 1 w 200
πορθουμένην 1 w 211
καὶ 1 w 214
μεστὴν 1 w 220
τῶν 2 w 223
βαρβάρων 1 w 231
ἱερῶν 1 w 237
δὲ 5 w 239
καιομένων 1 w 248
ἁπάντων 1 w 256
δʼ 1 w 258
ἐγγὺς 1 w 263
ὄντων 1 w 268
τῶν 3 w 271
δεινῶν 1 w 277

Dictionary Citations

LSJ

δεξιόομαι
δεξιόομαι, impf. ἐδεξιούμην X. Cyr. 7.3.38, Ep. 3 pl. δεξιόωντο h.Hom. 6.16, A.R. 2.756: fut. -ώσομαι A. Ag. 852, S. El. 976: aor. ἐδεξιωσάμην Lys. 2.37, X. Cyr. 7.5.53, etc.:— Pass., aor. ἐδεξιώθην Pl. R. 468b: ( δεξιά, δεξιός):—
δεξιόομαι
greet with the right hand, welcome, c. acc.pers., Ar. Pl. 753, Lys. 2.37, X. Cyr. 7.5.53; canvass, τὸν δῆμον Plu. Cat.Mi. 49: but also c. dat. pers., δεξιοῦσθαι θεοῖς to raise oneʼs right hand to the gods, pay greeting or honour to them, A. Ag. 852: also c. dat. modi, δ. χερσί h.Hom. l.c.; ἐπαίνοις S. El. 976; δώροις Arist. Mu. 391b8; λόγοις χρηστοῖς καὶ ἔργοις Paus. 2.16.2; στόματι Luc. Alex. 41; ὀφθαλμοῖς Lib. Decl. 4.18: c. acc. rei, πυκνὴν ἄμυστιν δεξιούμενοι pledging one in many a bumper, E. Rh. 419:— Pass., Pl. l.c.; ζῷα δεξιούμενα with right hands joined, IG 2.754.33.
ὀλοφύρομαι
ὀλοφύρομαι [ῡ], used mostly in pres. : but fut. ὀλοφυροῦνται Lys. 29.4 codd. ( -ονται edd.) : aor. ὠλοφυράμην Id. 2.37 ; Ep. (without augm.) ὀλοφύραο, ὀλοφύρατο, Od. 11.418, Il. 8.245 :— Pass., aor. part. ὀλοφυρθείς in same signf., Th. 6.78 :—an Aeol. form ὀλοφύρρω cited by Hdn.Gr. 2.949.
ὀλοφύρομαι
II lament over, bewail, Od. 19.522, S. El. 148 (lyr.), E. Rh. 896 (lyr.), Th. 2.44 ; σφᾶς αὐτούς Lys. 2.37 ; τὸν μὲν γενόμενον ὀλοφύρονται, ὅσα μιν δεῖ . . ἀναπλῆσαι κακά for all the miseries which he must go through, Hdt. 5.4.