Scaife ATLAS

CTS Library / Πλοῖον ἢ Εὐχαί

Πλοῖον ἢ Εὐχαί (10)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg065.perseus-grc2:10
Refs {'start': {'reference': '10', 'human_reference': 'Section 10'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Λυκῖνος

ἀλλὰ τί τοῦτο; οὐκ Ἀδείμαντος ἐκεῖνός ἐστι;

Τιμόλαος

πάνυ μὲν οὖν, Ἀδείμαντος αὐτός. ἐμβοήσωμεν οὖν. Ἀδείμαντε, σέ φημι τὸν Μυρρινούσιον τὸν Στρομβίχου. δυεῖν θάτερον, δυσχεραίνει καθʼ ἡμῶν ἐκκεκώφωται· Ἀδείμαντος γάρ, οὐκ ἄλλος τίς ἐστι.

Λυκῖνος

πάνυ ἤδη σαφῶς ὁρῶ, καὶ θοἰμάτιον αὐτοῦ καὶ τὸ βάδισμα ἐκείνου, καὶ ἐν χρῷ κουρά. ἐπιτείνωμεν δὲ ὅμως τὸν περίπατον, ὡς καταλάβωμεν αὐτόν.

Tokens

Λυκῖνος 1 w 7
ἀλλὰ 1 w 11
τί 1 w 13
τοῦτο 1 w 18
οὐκ 1 w 22
Ἀδείμαντος 1 w 32
ἐκεῖνός 1 w 39
ἐστι 1 w 43
Τιμόλαος 1 w 52
πάνυ 1 w 56
μὲν 1 w 59
οὖν 1 w 62
Ἀδείμαντος 2 w 73
αὐτός 1 w 78
ἐμβοήσωμεν 1 w 89
οὖν 2 w 92
Ἀδείμαντε 1 w 102
σέ 1 w 105
φημι 1 w 109
τὸν 1 w 112
Μυρρινούσιον 1 w 124
τὸν 2 w 127
Στρομβίχου 1 w 137
δυεῖν 1 w 143
θάτερον 1 w 150
1 w 152
δυσχεραίνει 1 w 163
καθʼ 1 w 167
ἡμῶν 1 w 171
2 w 172
ἐκκεκώφωται 1 w 183
Ἀδείμαντος 3 w 194
γάρ 1 w 197
οὐκ 2 w 201
ἄλλος 1 w 206
τίς 1 w 209
ἐστι 2 w 213
Λυκῖνος 2 w 221
πάνυ 2 w 225
ἤδη 1 w 228
σαφῶς 1 w 233
ὁρῶ 1 w 236
καὶ 1 w 240
θοἰμάτιον 1 w 249
αὐτοῦ 1 w 254
καὶ 2 w 257
τὸ 3 w 259
βάδισμα 1 w 266
ἐκείνου 1 w 273
καὶ 3 w 277
ἐν 1 w 279
χρῷ 1 w 282
2 w 283
κουρά 1 w 288
ἐπιτείνωμεν 1 w 300
δὲ 1 w 302
ὅμως 1 w 306
τὸν 3 w 309
περίπατον 1 w 318
ὡς 1 w 321
καταλάβωμεν 1 w 332
αὐτόν 1 w 337

Dictionary Citations

LSJ

δυσχεραίνω
2 feel dislike, disgust or annoyance, to be displeased, περί τινος And. 3.35; τινί at a thing, D. 55.11; ἐπί τινι Isoc. 1.26; πρός τι D.H. Th. 34, Plu. Pyrrh. 21; κατά τινος Luc. Nav. 10; also δ. ἑαυτῷ to have misgivings, Arist. Metaph. 984a29:— Pass., to be hateful, ὄνομα δυσχεραινόμενον Plu. Publ. 1; δ. ὑπὸ πολλῶν Id. Cic. 24.
ἐκκωφόω
make quite deaf, τὰ ὦτα Pl. Ly. 204c:— Pass., become so, Luc. Nav. 10, etc.; πρὸς τὸ κάλλος Ath. 5.188c; ἐς κάλλος (v. foreg.) Ael. NA 1.38, v.l. in E. Or. 1288.