Scaife ATLAS

CTS Library / Θεῶν Κρίσις

Θεῶν Κρίσις (11)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg032.perseus-grc2:11
Refs {'start': {'reference': '11', 'human_reference': 'Section 11'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Πάρις

Ζεῦ τεράστιε τῆς θέας, τοῦ κάλλους, τῆς ἡδονῆς. οἵα μὲν παρθένος, ὡς δὲ βασιλικὸν αὕτη καὶ σεμνὸν ἀπολάμπει καὶ ἀληθῶς ἄξιον τοῦ Διός, ἥδε[*] δὲ ὁρᾷ ἡδύ τι καὶ γλαφυρόν, καὶ προσαγωγὸν ἐμειδίασεν ἀλλʼ ἤδη μὲν ἅλις ἔχω τῆς εὐδαιμονίας· εἰ δοκεῖ δέ, καὶ ἰδίᾳ καθʼ ἑκάστην ἐπιδεῖν βούλομαι, ὡς νῦν γε ἀμφίβολός εἰμι καὶ οὐκ οἶδα πρὸς τι ἀποβλέψω, πάντῃ τὰς ὄψεις περισπώμενος.

Ἀφροδίτη

οὕτω ποιῶμεν.

Πάρις

ἄπιτε οὖν αἱ δύο· σὺ δέ, Ἥρα, περίμενε.

Ἥρα

περιμενῶ, κἀπειδάν με ἀκριβῶς ἴδῃς, ὥρα σοι καὶ τἄλλα ἤδη σκοπεῖν εἰ καλά σοι, τὰ δῶρα τῆς ψήφου τῆς ἐμῆς. ἢν γάρ με, Πάρι, δικάσῃς εἶναι καλήν, ἁπάσης ἔσῃ τῆς Ἀσίας δεσπότης.

Πάρις

οὐκ ἐπὶ δώροις μὲν τὰ ἡμέτερα. πλὴν ἄπιθι· πεπράξεται γὰρ ἅπερ ἂν δοκῇ.

Tokens

Πάρις 1 w 5
1 w 6
Ζεῦ 1 w 9
τεράστιε 1 w 17
τῆς 1 w 20
θέας 1 w 24
τοῦ 1 w 28
κάλλους 1 w 35
τῆς 2 w 39
ἡδονῆς 1 w 45
οἵα 1 w 49
μὲν 1 w 52
2 w 53
παρθένος 1 w 61
ὡς 1 w 64
δὲ 1 w 66
βασιλικὸν 1 w 75
αὕτη 1 w 79
καὶ 1 w 82
σεμνὸν 1 w 88
ἀπολάμπει 1 w 97
καὶ 2 w 100
ἀληθῶς 1 w 106
ἄξιον 1 w 111
τοῦ 2 w 114
Διός 1 w 118
ἥδε 1 w 122
ἥδε 2 w 125
Harmon 1 w 131
ἡδέως 1 w 137
Γ 1 w 138
The 1 w 142
β 2 w 143
MSS 1 w 146
read 1 w 151
ὁρᾷ 1 w 154
δὲ 2 w 156
ἡδέως 2 w 161
καὶ 3 w 164
γλαφυρόν 1 w 172
τι 2 w 174
Editors 1 w 182
read 2 w 186
ὡς 2 w 188
δὲ 3 w 190
ὁρᾷ 2 w 193
ἤδε 1 w 196
ἡδέως 3 w 201
καὶ 4 w 205
γλάφυρόν 1 w 213
τι 3 w 215
Juntine 1 w 223
δὲ 4 w 227
ὁρᾷ 3 w 230
ἡδύ 1 w 233
τι 4 w 235
καὶ 5 w 238
γλαφυρόν 2 w 246
καὶ 6 w 250
προσαγωγὸν 1 w 260
ἐμειδίασεν 1 w 270
ἀλλʼ 1 w 275
ἤδη 1 w 278
μὲν 2 w 281
ἅλις 1 w 285
ἔχω 1 w 288
τῆς 3 w 291
εὐδαιμονίας 1 w 302
εἰ 1 w 305
δοκεῖ 1 w 310
δέ 4 w 312
καὶ 7 w 316
ἰδίᾳ 1 w 320
καθʼ 1 w 324
ἑκάστην 1 w 331
ἐπιδεῖν 1 w 338
βούλομαι 1 w 346
ὡς 3 w 349
νῦν 1 w 352
γε 1 w 354
ἀμφίβολός 1 w 363
εἰμι 1 w 367
καὶ 8 w 370
οὐκ 1 w 373
οἶδα 1 w 377
πρὸς 1 w 381
1 w 382
τι 5 w 384
ἀποβλέψω 1 w 392
πάντῃ 1 w 398
τὰς 1 w 401
ὄψεις 1 w 406
περισπώμενος 1 w 418
Ἀφροδίτη 1 w 427
οὕτω 1 w 431
ποιῶμεν 1 w 438
Πάρις 2 w 444
ἄπιτε 1 w 449
οὖν 1 w 452
αἱ 1 w 454
δύο 1 w 457
σὺ 1 w 460
δέ 5 w 462
2 w 464
Ἥρα 1 w 467
περίμενε 1 w 476
Ἥρα 2 w 480
περιμενῶ 1 w 488
κἀπειδάν 1 w 497
με 6 w 499
ἀκριβῶς 1 w 506
ἴδῃς 1 w 510
ὥρα 1 w 514
σοι 1 w 517
καὶ 9 w 520
τἄλλα 1 w 525
ἤδη 2 w 528
σκοπεῖν 1 w 535
εἰ 3 w 537
καλά 1 w 541
σοι 2 w 544
τὰ 2 w 547
δῶρα 1 w 551
τῆς 4 w 554
ψήφου 1 w 559
τῆς 5 w 562
ἐμῆς 1 w 566
ἢν 1 w 569
γάρ 1 w 572
με 7 w 574
3 w 576
Πάρι 3 w 580
δικάσῃς 1 w 588
εἶναι 1 w 593
καλήν 1 w 598
ἁπάσης 1 w 605
ἔσῃ 1 w 608
τῆς 6 w 611
Ἀσίας 1 w 616
δεσπότης 1 w 624
Πάρις 3 w 630
οὐκ 2 w 633
ἐπὶ 1 w 636
δώροις 1 w 642
μὲν 3 w 645
τὰ 3 w 647
ἡμέτερα 1 w 654
πλὴν 1 w 659
ἄπιθι 1 w 664
πεπράξεται 1 w 675
γὰρ 1 w 678
ἅπερ 1 w 682
ἂν 1 w 684
δοκῇ 1 w 688

Dictionary Citations

LSJ

ἀμφίβολος
IV in doubt, wavering, uncertain, Luc. Dear.Iud. 11 [D.Deor. 20.11], D.C. 37.36, etc.; also ἀ. βίος, of a turncoat, Luc. Pseudol. 16; ἄνθρωπος, of a eunuch, Lib. Eth. 26.3.
γλαφυρός
3 refined, γλαφυρόν τι καὶ προσαγωγὸν ἐμειδίασεν Luc. Dear.Iud. [DDeor. 20].11; γ. διατριβαί Plu. Cim. 13. Adv. -ρῶς, γ. καὶ περιττῶς διάγειν Id. Bruta anim. 2.989c; γ. βιώσας CIG 2004 (Maced.).
μειδάω
smile, Ep. Verb, only 3 sg. aor. μείδησε Il. 1.595, 5.426, Od. 4.609, Hes. Sc. 115, etc.; part. μειδήσας, -σασα Il. 1.596, etc.; inf. μειδῆσαι h.Cer. 204; μείδησε σαρδάνιον (v. Σαρδάνιος) Od. 20.301; opp. γελᾶν, laugh aloud, μειδῆσαι γελάσαι τε h.Cer. l.c.; κάρχαρόν τι μειδήσας grinning so as to show his teeth, Babr. 94.6:— pres. is supplied by μειδιάω, used by Hom. only in Ep. part. μειδιόων Il. 7.212, 23.786; - ιόωσα 21.491: later 3 sg. μειδιάει h.Hom. 10.3, μειδιᾷ Theoc. 30.5; part. μειδιάων h.Hom. 7.14, μειδιῶσα Ar. Th. 513; inf. μειδιᾶν Pl. Prm. 130a: impf. ἐμειδία Luc. DMeretr. 3.2; Ep. μειδιάασκε PLit.Lond. 41, Q.S. 9.117: aor. 1 ἐμειδίᾱσα Plu. Apophth.reg. 2.172b, Luc. Dear.Iud. [DDeor. 20.]11; inf. μειδιᾶσαι Apollod. 1.5.3; part. μειδιάσας Pl. Phd. 86d; Aeol. fem. - ιάσαισα Sapph. 1.14. (Cf. Skt. smáyati, Lett. smaidīt ‘smile’, etc.)
περισπάω
III draw off or away, divert, εἰς τοὐναντίον [τὴν πολιτείαν] Arist. Pol. 1307a24 ; τροφὴν εἰς τὸ περικάρπιον Thphr. CP 1.16.2 ; π. τοὺς Ῥωμαίους Plb. 9.22.5 ; τὸν πόλεμον Id. 1.26.1 ; π. τὴν δύναμιν αὐτοῦ draw it away, Plu. Cic. 45 ; ἀπὸ τῆς πατρίδος π. τοὺς βαρβάρους D.S. 20.3 ; τὸν ἐντὸς . . θόρυβον ἐπὶ τοὺς ἔξω πολέμους D.H. 6.23 ; π. περὶ τὰς ἔξω στρατείας τὸν δῆμον Id. 9.43 : — Pass., π. ὑπό τινων PStrassb. 112.13 (ii B. C.) ; πάντῃ τὰς ὄψεις περισπώμενος Luc. Dear.Iud. [DDeor. 20.]11 ; ἕως τοῦ ἔξω τόπου π. to be drawn away and expanded, opp. συστέλλεσθαι, Arist. Pr. 863a5.
προσαγωγός
attractive, persuasive, τῇ ἀκροάσει Th. 1.21 ( Comp.); τὸ αὑτοῦ π. Pl. Def. 415a; προσαγωγὸν μειδιᾶν Luc. Dear.Iud. [DDeor. 20.]11: c. gen., exciting, π. ἐπιθυμιῶν αἰσχρῶν τέχναι D.H. 2.28.