Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (8)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:8
Refs {'start': {'reference': '8', 'human_reference': 'Section 8'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Ἑρμῆς

οὑτωσὶ μὲν εἰπεῖν, χρηστότης ἐπέτριψεν αὐτὸν καὶ φιλανθρωπία καὶ πρὸς τοὺς δεομένους ἅπαντας οἶκτος, ὡς δὲ ἀληθεῖ λόγῳ, ἄνοια καὶ εὐήθεια καὶ ἀκρισία περὶ τῶν φίλων, ὃς οὐ συνίει κόραξι καὶ λύκοις χαριζόμενος, ἀλλʼ ὑπὸ γυπῶν τοσούτων κακοδαίμων κειρόμενος τὸ ἧπαρ φίλους εἶναι αὐτοὺς καὶ ἑταίρους ᾤετο, ὑπʼ εὐνοίας τῆς πρὸς αὐτὸν χαίροντας τῇ βορᾷ· οἱ δὲ τὰ ὀστᾶ γυμνώσαντες ἀκριβῶς καὶ περιτραγόντες, εἰ δέ[*] τις καὶ μυελὸς ἐνῆν, ἐκμυζήσαντες καὶ τοῦτον εὖ μάλα ἐπιμελῶς, ᾤχοντο αὖον αὐτὸν καὶ τὰς ῥίζας ὑποτετμημένον ἀπολιπόντες, οὐδὲ γνωρίζοντες ἔτι προσβλέποντες πόθεν γάρ; ἐπικουροῦντες ἐπιδιδόντες ἐν τῷ μέρει. διὰ ταῦτα δικελλίτης καὶ διφθερίας, ὡς ὁρᾷς, ἀπολιπὼν ὑπʼ αἰσχύνης τὸ ἄστυ μισθοῦ γεωργεῖ μελαγχολῶν τοῖς κακοῖς, ὅτι οἱ πλουτοῦντες παρʼ αὐτοῦ μάλα ὑπεροπτικῶς παρέρχονται οὐδὲ τοὔνομα, εἰ Τίμων καλοῖτο, εἰδότες.

Tokens

Ἑρμῆς 1 w 5
οὑτωσὶ 1 w 11
μὲν 1 w 14
εἰπεῖν 1 w 20
χρηστότης 1 w 30
ἐπέτριψεν 1 w 39
αὐτὸν 1 w 44
καὶ 1 w 47
φιλανθρωπία 1 w 58
καὶ 2 w 61
1 w 62
πρὸς 1 w 66
τοὺς 1 w 70
δεομένους 1 w 79
ἅπαντας 1 w 86
οἶκτος 1 w 92
ὡς 1 w 95
δὲ 1 w 97
ἀληθεῖ 1 w 103
λόγῳ 1 w 107
ἄνοια 1 w 113
καὶ 3 w 116
εὐήθεια 1 w 123
καὶ 4 w 126
ἀκρισία 1 w 133
περὶ 1 w 137
τῶν 1 w 140
φίλων 1 w 145
ὃς 1 w 148
οὐ 1 w 150
συνίει 1 w 156
κόραξι 1 w 162
καὶ 5 w 165
λύκοις 1 w 171
χαριζόμενος 1 w 182
ἀλλʼ 1 w 187
ὑπὸ 1 w 190
γυπῶν 1 w 195
τοσούτων 1 w 203
2 w 204
κακοδαίμων 1 w 214
κειρόμενος 1 w 224
τὸ 2 w 226
ἧπαρ 1 w 230
φίλους 1 w 236
εἶναι 1 w 241
αὐτοὺς 1 w 247
καὶ 6 w 250
ἑταίρους 1 w 258
ᾤετο 1 w 262
ὑπʼ 1 w 266
εὐνοίας 1 w 273
τῆς 1 w 276
πρὸς 2 w 280
αὐτὸν 2 w 285
χαίροντας 1 w 294
τῇ 1 w 296
βορᾷ 1 w 300
οἱ 1 w 303
δὲ 2 w 305
τὰ 1 w 307
ὀστᾶ 1 w 311
γυμνώσαντες 1 w 322
ἀκριβῶς 1 w 329
καὶ 7 w 332
περιτραγόντες 1 w 345
εἰ 2 w 348
δέ 1 w 350
δὲ 3 w 352
Struve 1 w 358
not 1 w 362
in 1 w 364
MSS 1 w 367
τις 1 w 371
καὶ 8 w 374
μυελὸς 1 w 380
ἐνῆν 1 w 384
ἐκμυζήσαντες 1 w 397
καὶ 9 w 400
τοῦτον 1 w 406
εὖ 1 w 408
μάλα 1 w 412
ἐπιμελῶς 1 w 420
ᾤχοντο 1 w 427
αὖον 1 w 431
αὐτὸν 3 w 436
καὶ 10 w 439
τὰς 1 w 442
ῥίζας 1 w 447
ὑποτετμημένον 1 w 460
ἀπολιπόντες 1 w 471
οὐδὲ 1 w 476
γνωρίζοντες 1 w 487
ἔτι 1 w 490
1 w 491
προσβλέποντες 1 w 504
πόθεν 1 w 510
γάρ 1 w 513
2 w 516
ἐπικουροῦντες 1 w 529
3 w 530
ἐπιδιδόντες 1 w 541
ἐν 2 w 543
τῷ 1 w 545
μέρει 1 w 550
διὰ 1 w 554
ταῦτα 1 w 559
δικελλίτης 1 w 569
καὶ 11 w 572
διφθερίας 1 w 581
ὡς 2 w 584
ὁρᾷς 1 w 588
ἀπολιπὼν 1 w 597
ὑπʼ 2 w 600
αἰσχύνης 1 w 608
τὸ 5 w 610
ἄστυ 1 w 614
μισθοῦ 1 w 620
γεωργεῖ 1 w 627
μελαγχολῶν 1 w 637
τοῖς 1 w 641
κακοῖς 1 w 647
ὅτι 1 w 651
οἱ 2 w 653
πλουτοῦντες 1 w 664
παρʼ 1 w 668
αὐτοῦ 1 w 673
μάλα 2 w 677
ὑπεροπτικῶς 1 w 688
παρέρχονται 1 w 699
οὐδὲ 2 w 703
τοὔνομα 1 w 710
εἰ 3 w 713
Τίμων 1 w 718
καλοῖτο 1 w 725
εἰδότες 1 w 733

Dictionary Citations

LSJ

ἀκρισία
II want of judgement, bad judgement or choice, Plb. 2.35.3, AP 7.629 ( Antip.); περὶ τῶν φίλων Luc. Tim. 8.
δικελλίτης
a digger, Luc. Tim. 8.
διφθερίας
clad in a leathern jerkin; the dress of old men in Tragedy, of boors in Comedy, Posidipp. ap. Ath. 10.414e, Luc. Tim. 8, Poll. 4.137.
ἐκμυζάω
suck out, αἷμʼ ἐκμυζήσας Il. 4.218, cf. Luc. Tim. 8, Ael. NA 3.39, Gal. UP 6.15, Q.S. 4.398 ; exhaust air from a vessel, Hero Spir. I Praef.: metaph., extort, Lyd. Mag. 3.67 :—also in form ἐκμύζω, Dsc. Eup. 1.62, Phlp. in Mete. 115.18 :— Pass., Antyll. ap. Orib. 7.16.16:—also ἐκμυζέω, Alex.Aphr. Pr. 2.59 : metaph., drain, exhaust, [στάσις] ἐ. τὰς δυνάμεις Aristid. Or. 23(42).31.
κόραξ
raven, Corvus corax (not in Hom.); πάντα τάδʼ ἐν κοράκεσσι καὶ ἐν φθόρῳ ‘food for crows’, Thgn. 833; κόρακες ὣς ἄκραντα γαρύετον Διὸς πρὸς ὄρνιχα θεῖον Pi. O. 2.87; ἐπὶ σώματος δίκαν κόρακος . . σταθεῖσα A. Ag. 1473 (lyr.); κόρακες ὥστε βωμῶν ἀλέγοντες οὐδέν Id. Supp. 751 (lyr.); κόραξι καὶ λύκοις χαρίζεσθαι Luc. Tim. 8; in imprecations, ἐς κόρακας ‘go and be hanged’, Ar. V. 852, 982; βάλλʼ ἐς κ. Id. Nu. 133; ἀπόφερʼ ἐς κ. Id. Pax 1221; οὐκ ἐς κ. ἐρρήσετε; ib. 500; ἔρρʼ ἐς κ. Pherecr. 70; πλείτω ἐς κ. Ar. Eq. 1314; οὐκ ἐς κ. ἀποφθερεῖ; Id. Nu. 789; ἐς κ. οἰχήσεται Id. V. 51; ἐξελῶ σʼ ἐς κ. ἐκ τῆς οἰκίας Id. Nu. 123; ἐς κ. ἔρρειν ἐκ τῆς Ἀττικῆς Alex. 94.5: as a prophet of bad weather, Arist. Fr. 253, Thphr. Sign. 16, Plu. Sanit. 2.129a, etc.; of fair weather, Arat. 1003, Gp. 1.2.6, etc.; λευκὸς κ., prov. of something unheard of, AP 11.417, Luc. Epigr. 43; but white ravens are mentioned by Arist. HA 519a6.
περιτρώγω
gnaw round about, bite off, v.l. in Arist. HA 605a4, cf. Luc. Tim. 8, etc.; τοὺς δακτύλους Pherecr. 13 ; π. τὰ χρυσία τινός nibble off, purloin her jewels, Ar. Ach. 258 ; τῆς ἀρχῆς τοὺς ἀργελόφους Id. V. 672: metaph., carp at, τινα ib. 596.
συνίημι
3 understand, ξ. ἀλλήλων understand one anotherʼs language, Hdt. 4.114, Th. 1.3; εὖ λέγοντος . . τοῦ Δελφικοῦ γράμματος οὐ σ. Pl. Alc. 1.132c, cf. Lg. 791e: freq. c. acc. rei only, Pi. P. 3.80, A. Pers. 361, Hdt. 3.46, Ar. Pl. 45, etc.; ξυνῆκα τοὔπος ἐξ αἰνιγμάτων A. Ch. 887, cf. Ag. 1243, S. El. 1479; ξ. δὲ αὐτὸς Ἑλληνιστὶ τὰ πλεῖστα X. An. 7.6.9; διʼ ἑρμηνέων ξ. τι Id. Cyr. 1.6.2; συνιέντες τὰ ναυτικά Id. HG 1.6.4: abs., τοῖς ξυνιεῖσιν to the intelligent, Thgn. 904; in Com. dialogue, parenthetically, συνίης; like μανθάνεις; Lat. tenes? Alex. 124.6, Diph. 32.13; οὐχὶ ξυνίης; S. El. 1347; οὔπω ξυνῆκα A. Ag. 1112: also folld. by a clause, οὐ ξυνιᾶσιν ὅκως . . Heraclit. 51; ξυνίημʼ ὅτι βούλει Ar. Av. 946 ( ξυνῆχʼ cj. Brunck); σ. τὸ γράμμα ὃ βούλεται Pl. Prm. 128a, cf. Hdt. 9.110: also, like other Verbs of perception, c. part., ξυνιᾶσι τιμώμενοι Democr. 95; οὐ συνίης καταναλίσκων; Plu. Apophth. Lac. 2.231d; συνῆκα ἡδὺς γεγενημένος Luc. DDeor. 6[2].1, cf. Tim. 8.
ὑποτέμνω
cut away under or underneath, ὑπὸ γλῶσσαν τάμε χαλκός Il. 5.74; ταμὼν ὕπο πυθμένʼ ἐλαίης Od. 23.204; ὑ. τὰς ἀγκύρας Plu. Ant. 32:— Pass., ὑποτέτμηται τὰ νεῦρα τῶν πραγμάτων D. ap. Aeschin. 3.166; τὰς ῥίζας ὑποτετμημένος having them cut away below, Luc. Tim. 8; ὑποτμηθεὶς τὴν ἰγνύαν hamstrung, Id. Tox. 60.
χρηστότης
II goodness of heart, kindness, Is. 2.7 (but in depreciatory sense, soft-heartedness, Men. 579); εὔνοιαν καὶ χ. παρέσχητο Hdn. 2.9.9; χ. καὶ φιλοστοργία, φιλανθρωπία καὶ χ., Plu. Agis 17, Comp.Dem.Cic. 3, cf. Luc. Tim. 8, D.C. 73.5; ἡ χ. καὶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ θεοῦ Ep.Tit. 3.4, cf. Ep.Rom. 11.22, al.; χ. ἐθʼ ἡμᾶς Ep.Eph. 2.7; ποιεῖν χρηστότητα to show kindness, LXX Ps. 118(119).65; πολλὰ τῇ χ. . . κτῶνται Phld. Rh. 1.262S.