Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (7)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:7
Refs {'start': {'reference': '7', 'human_reference': 'Section 7'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Ζεύς

τίς οὗτός ἐστιν, Ἑρμῆ, κεκραγὼς ἐκ τῆς Ἀττικῆς παρὰ τὸν Ὑμηττὸν ἐν τῇ ὑπωρείᾳ πιναρὸς ὅλος καὶ αὐχμῶν καὶ ὑποδίφθερος; σκάπτει δὲ οἶμαι ἐπικεκυφώς· λάλος ἄνθρωπος καὶ θρασύς. που φιλόσοφός ἐστιν· οὐ γὰρ ἂν οὕτως ἀσεβεῖς τοὺς λόγους διεξῄει καθʼ ἡμῶν.

Ἑρμῆς

τί φής, πάτερ; ἀγνοεῖς Τίμωνα τὸν Ἐχεκρατίδου τὸν Κολλυτέα;[*] οὗτός ἐστιν πολλάκις ἡμᾶς καθʼ ἱερῶν τελείων ἑστιάσας, νεόπλουτος, τὰς ὅλας ἑκατόμβας, παρʼ λαμπρῶς ἑορτάζειν εἰώθαμεν τὰ Διάσια.

v.2.p.334
Ζεύς

φεῦ τῆς ἀλλαγῆς· καλὸς ἐκεῖνος, πλούσιος, περὶ ὃν οἱ τοσοῦτοι φίλοι; τί παθὼν οὖν τοιοῦτός ἐστιν, αὐχμηρός, ἄθλιος,[*] καὶ σκαπανεὺς καὶ μισθωτός, ὡς ἔοικεν, οὕτω βαρεῖαν καταφέρων τὴν δίκελλαν;

Tokens

Ζεύς 1 w 4
τίς 1 w 7
οὗτός 1 w 12
ἐστιν 1 w 17
1 w 19
Ἑρμῆ 1 w 23
1 w 25
κεκραγὼς 1 w 33
ἐκ 1 w 35
τῆς 1 w 38
Ἀττικῆς 1 w 45
παρὰ 1 w 49
τὸν 1 w 52
Ὑμηττὸν 1 w 59
ἐν 1 w 61
τῇ 1 w 63
ὑπωρείᾳ 1 w 70
πιναρὸς 1 w 77
ὅλος 1 w 81
καὶ 1 w 84
αὐχμῶν 1 w 90
καὶ 2 w 93
ὑποδίφθερος 1 w 104
σκάπτει 1 w 112
δὲ 1 w 114
οἶμαι 1 w 119
ἐπικεκυφώς 1 w 129
λάλος 1 w 135
ἄνθρωπος 1 w 143
καὶ 3 w 146
θρασύς 1 w 152
1 w 154
που 1 w 157
φιλόσοφός 1 w 166
ἐστιν 2 w 171
οὐ 1 w 174
γὰρ 1 w 177
ἂν 1 w 179
οὕτως 1 w 184
ἀσεβεῖς 1 w 191
τοὺς 1 w 195
λόγους 1 w 201
διεξῄει 1 w 208
καθʼ 1 w 212
ἡμῶν 1 w 216
Ἑρμῆς 1 w 222
τί 2 w 224
φής 1 w 227
2 w 229
πάτερ 1 w 234
ἀγνοεῖς 1 w 242
Τίμωνα 1 w 248
τὸν 3 w 251
Ἐχεκρατίδου 1 w 262
τὸν 4 w 265
Κολλυτέα 1 w 273
Καλυττέα 1 w 282
The 1 w 285
MSS 1 w 288
have 1 w 293
Καλυττέα 2 w 301
here 1 w 305
and 1 w 309
Κολυττεύς 1 w 318
in 1 w 320
44 1 w 322
and 2 w 325
50 1 w 327
οὗτός 2 w 333
ἐστιν 3 w 338
2 w 339
πολλάκις 1 w 347
ἡμᾶς 1 w 351
καθʼ 2 w 355
ἱερῶν 1 w 360
τελείων 1 w 367
ἑστιάσας 1 w 375
3 w 377
νεόπλουτος 1 w 387
4 w 389
τὰς 1 w 392
ὅλας 1 w 396
ἑκατόμβας 1 w 405
παρʼ 1 w 410
1 w 411
λαμπρῶς 1 w 418
ἑορτάζειν 1 w 427
εἰώθαμεν 1 w 435
τὰ 2 w 437
Διάσια 1 w 443
Ζεύς 2 w 448
φεῦ 1 w 451
τῆς 2 w 454
ἀλλαγῆς 1 w 461
5 w 463
καλὸς 1 w 468
ἐκεῖνος 1 w 475
6 w 477
πλούσιος 1 w 485
περὶ 1 w 490
ὃν 1 w 492
οἱ 1 w 494
τοσοῦτοι 1 w 502
φίλοι 1 w 507
τί 4 w 510
παθὼν 1 w 515
οὖν 1 w 518
τοιοῦτός 1 w 526
ἐστιν 4 w 531
αὐχμηρός 1 w 540
ἄθλιος 1 w 547
ἅθλιος 1 w 554
A 1 w 555
M 2 w 557
H 1 w 558
ἄθλιος 2 w 566
MSS 2 w 569
καὶ 4 w 573
σκαπανεὺς 1 w 582
καὶ 5 w 585
μισθωτός 1 w 593
ὡς 1 w 596
ἔοικεν 1 w 602
οὕτω 2 w 607
βαρεῖαν 1 w 614
καταφέρων 1 w 623
τὴν 1 w 626
δίκελλαν 1 w 634

Dictionary Citations

LSJ

καταφέρω
bring down, once in Hom., οὗ μʼ ἄχος ὀξὺ κατοίσεται Ἄϊδος εἴσω will bring me down to the grave, Il. l.c.; βαρυπεσῆ καταφέρω ποδὸς ἀκμάν A. Eu. 370 (lyr.); of rivers, κ. χρυσίον, γῆν, Arist. Mir. 833b17, Pr. 935a16: Com., ὁ Κρᾶθις ἡμῖν κ. μάζας Metag. 6.1; esp. of cutting instruments, κ. τὴν σμινύην Ael. NA 11.32; τὴν δίκελλαν, τὴν σφῦραν, Luc. Tim. 7, Prom. 2: c. dat. obj., κ. τὸ ξίφος τῷ πολεμίῳ let it fall upon him, Plu. Apophth. Lac. 2.236e: c. gen., τὴν ἅρπην τῆς ἰξύος Ach.Tat. 1.3; τῶν γνάθων τὸ ξυρόν Alciphr. 3.66: metaph., ψόγον τινός LXX Ge. 37.2: abs., hew downwards, deal a blow, Luc. DDeor. 13[8], Somn. 3; κ. πληγήν Id. Tim. 40, cf. D.S. 11.69 (but also κατήνεγκε πληγαῖς τὴν κεφαλήν PTeb. 138 (ii B.C.)).
σκαπανεύς
digger, Lyc. 652, Phld. Rh. 1.189 S., Str. 2.5.1, 3.4.4, Luc. Tim. 7, Vit.Auct. 7.
ὑποδίφθερος
clothed in skins, Luc. Tim. 7; so of sheep, bratted, wearing leather coats to protect their fleeces, PCair.Zen. 430.3, PHib. 1.32.12, PPetr. 3 p.269, PLond. ined. 2308 (all iii B. C.); ὑποδιφθέρας τρέφουσι ποίμνας ἱκανῶς ἀστείας ἐρέας Str. 4.4.3; ἔχει (sc. ἡ χώρα) προβατείαν ὑποδιφθέρου καὶ μαλακῆς ἐρέας Id. 12.3.13.