Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (30)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:30
Refs {'start': {'reference': '30', 'human_reference': 'Section 30'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Πλοῦτος

θάρρει τούτου γε ἕνεκα· ἐν τῇ γῇ αὐτὸν ἀεὶ καταλείπων ἀνέρχομαι πρὸς ὑμᾶς ἐπισκήψας ἔνδον μένειν ἐπικλεισάμενον τὴν θύραν, ἀνοίγειν δὲ μηδενί, ἢν μὴ ἐμοῦ ἀκούσῃ βοήσαντος.

Ἑρμῆς

οὐκοῦν ἐπιβαίνωμεν ἤδη τῆς Ἀττικῆς· καί μοι ἕπου ἐχόμενος τῆς χλαμύδος, ἄχρι ἂν πρὸς τὴν ἐσχατιὰν ἀφίκωμαι.

v.2.p.360
Πλοῦτος

εὖ ποιεῖς, Ἑρμῆ, χειραγωγῶν· ἐπεὶ ἤν γε ἀπολίπῃς με, Ὑπερβόλῳ τάχα Κλέωνι ἐμπεσοῦμαι περινοστῶν. ἀλλὰ τίς ψόφος οὗτός ἐστιν καθάπερ σιδήρου πρὸς λίθον;

Tokens

Πλοῦτος 1 w 7
θάρρει 1 w 13
τούτου 1 w 19
γε 1 w 21
ἕνεκα 1 w 26
ἐν 1 w 29
τῇ 1 w 31
γῇ 1 w 33
αὐτὸν 1 w 38
ἀεὶ 1 w 41
καταλείπων 1 w 51
ἀνέρχομαι 1 w 60
πρὸς 1 w 64
ὑμᾶς 1 w 68
ἐπισκήψας 1 w 77
ἔνδον 1 w 82
μένειν 1 w 88
ἐπικλεισάμενον 1 w 102
τὴν 1 w 105
θύραν 1 w 110
ἀνοίγειν 1 w 119
δὲ 1 w 121
μηδενί 1 w 127
ἢν 1 w 130
μὴ 1 w 132
ἐμοῦ 1 w 136
ἀκούσῃ 1 w 142
βοήσαντος 1 w 151
Ἑρμῆς 1 w 157
οὐκοῦν 1 w 163
ἐπιβαίνωμεν 1 w 174
ἤδη 1 w 177
τῆς 1 w 180
Ἀττικῆς 1 w 187
καί 1 w 191
μοι 1 w 194
ἕπου 1 w 198
ἐχόμενος 1 w 206
τῆς 2 w 209
χλαμύδος 1 w 217
ἄχρι 1 w 222
ἂν 1 w 224
πρὸς 2 w 228
τὴν 2 w 231
ἐσχατιὰν 1 w 239
ἀφίκωμαι 1 w 247
Πλοῦτος 2 w 255
εὖ 1 w 257
ποιεῖς 1 w 263
1 w 265
Ἑρμῆ 2 w 269
χειραγωγῶν 1 w 280
ἐπεὶ 1 w 285
ἤν 1 w 287
γε 3 w 289
ἀπολίπῃς 1 w 297
με 4 w 299
Ὑπερβόλῳ 1 w 308
τάχα 1 w 312
2 w 313
Κλέωνι 1 w 319
ἐμπεσοῦμαι 1 w 329
περινοστῶν 1 w 339
ἀλλὰ 1 w 344
τίς 1 w 347
1 w 348
ψόφος 1 w 353
οὗτός 1 w 358
ἐστιν 1 w 363
καθάπερ 1 w 370
σιδήρου 1 w 377
πρὸς 3 w 381
λίθον 1 w 386

Dictionary Citations

LSJ

λυχνοπωλέω
deal in lamps or lanterns, Sch. Luc. Tim. 30.
χλαμύς
short mantle, worn prop. by horsemen, X. An. 7.4.4; borrowed with the πέτασος from Thessaly, Philem. 34, Poll. 10.124; but said to be Macedonian, Arist. Fr. 500, Phylarch. 62J.; worn by ἔφηβοι, Philem. l.c., cf. AP 6.282 ( Theod.); μάτηρ σε . . δῶρον ἐς Ἅιδαν ὀκτωκαιδεκέταν ἐστόλισεν χλαμύδι ib. 7.468 ( Mel.); χλαμύδεσσʼ ἀμφεμμένοι, of ephebi, IGRom. 4.360.35 ( Pergam., ii A. D.); ἐκ χλαμύδος, = ἐξ ἐφήβου, Plu. Amat. 2.752f, cf. 754f; ἐκ χλαμύδος . . ᾤχετʼ ἐς Ἅιδα IG 12(7).447.6 ( Amorgos); worn by Hermes, Luc. Tim. 30; also by Eros, Sapph. l.c. (v. Poll. 10.124), Philostr. Im. 1.6, cf. AP 12.78 ( Mel.).