Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (29)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:29
Refs {'start': {'reference': '29', 'human_reference': 'Section 29'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Ἑρμῆς

ὡς δὲ λεῖος εἶ καὶ ὀλισθηρός, Πλοῦτε, καὶ δυσκάτοχος καὶ διαφευκτικός, οὐδεμίαν ἀντιλαβὴν παρεχόμενος βεβαίαν ἀλλʼ ὥσπερ αἱ ἐγχέλεις οἱ ὄφεις διὰ τῶν δακτύλων δραπετεύεις οὐκ οἶδα ὅπως· Πενία δʼ ἔμπαλιν ἰξώδης τε καὶ εὐλαβὴς καὶ μυρία τὰ ἄγκιστρα ἐκπεφυκότα ἐξ ἅπαντος τοῦ σώματος ἔχουσα, ὡς πλησιάσαντας εὐθὺς ἔχεσθαι καὶ μὴ ἔχειν ῥᾳδίως ἀπολυθῆναι. ἀλλὰ μεταξὺ φλυαροῦντας ἡμᾶς πρᾶγμα ἤδη οὐ μικρὸν διέλαθε.

Πλοῦτος

τὸ ποῖον;

Ἑρμῆς

ὅτι τὸν Θησαυρὸν οὐκ ἐπηγαγόμεθα, οὗπερ ἔδει μάλιστα.

Tokens

Ἑρμῆς 1 w 5
ὡς 1 w 7
δὲ 1 w 9
λεῖος 1 w 14
εἶ 1 w 16
καὶ 1 w 19
ὀλισθηρός 1 w 28
1 w 30
Πλοῦτε 1 w 36
καὶ 2 w 40
δυσκάτοχος 1 w 50
καὶ 3 w 53
διαφευκτικός 1 w 65
οὐδεμίαν 1 w 74
ἀντιλαβὴν 1 w 83
παρεχόμενος 1 w 94
βεβαίαν 1 w 101
ἀλλʼ 1 w 105
ὥσπερ 1 w 110
αἱ 1 w 112
ἐγχέλεις 1 w 120
1 w 121
οἱ 1 w 123
ὄφεις 1 w 128
διὰ 1 w 131
τῶν 1 w 134
δακτύλων 1 w 142
δραπετεύεις 1 w 153
οὐκ 1 w 156
οἶδα 1 w 160
ὅπως 1 w 164
1 w 166
Πενία 1 w 171
δʼ 1 w 173
ἔμπαλιν 1 w 180
ἰξώδης 1 w 186
τε 3 w 188
καὶ 4 w 191
εὐλαβὴς 1 w 198
καὶ 5 w 201
μυρία 1 w 206
τὰ 1 w 208
ἄγκιστρα 1 w 216
ἐκπεφυκότα 1 w 226
ἐξ 1 w 228
ἅπαντος 1 w 235
τοῦ 1 w 238
σώματος 1 w 245
ἔχουσα 1 w 251
ὡς 2 w 254
πλησιάσαντας 1 w 266
εὐθὺς 1 w 271
ἔχεσθαι 1 w 278
καὶ 6 w 281
μὴ 1 w 283
ἔχειν 1 w 288
ῥᾳδίως 1 w 294
ἀπολυθῆναι 1 w 304
ἀλλὰ 1 w 309
μεταξὺ 1 w 315
φλυαροῦντας 1 w 326
ἡμᾶς 1 w 330
πρᾶγμα 1 w 336
ἤδη 1 w 339
οὐ 3 w 341
μικρὸν 1 w 347
διέλαθε 1 w 354
Πλοῦτος 1 w 362
τὸ 1 w 364
ποῖον 1 w 369
Ἑρμῆς 2 w 375
ὅτι 1 w 378
τὸν 1 w 381
Θησαυρὸν 1 w 389
οὐκ 2 w 392
ἐπηγαγόμεθα 1 w 403
οὗπερ 1 w 409
ἔδει 1 w 413
μάλιστα 1 w 420

Dictionary Citations

LSJ

διαφευκτικός
able to escape, Luc. Tim. 29.
δυσκάθεκτος
hard to hold in, ἵπποι X. Mem. 4.1.3 ( Sup.); πλήθη Plu. Num. 4: metaph., Corn. ND 30; πλοῦτος Luc. Tim. 29 (s.v.l., al. δυσκάτοχος); hard to keep in mind, retain, Plu. Pyth. 2.408b.
εὐλαβής
taking hold well, holding fast, clinging, metaph., πενία Luc. Tim. 29: lit. in Adv. εὐλαβῶς, κατέχειν Ael. NA 3.13, 6.55 ( Sup.): but mostly,
ἰξώδης
like birdlime, sticky, clammy, Hp. Ulc. 12, Luc. Tim. 29.