Scaife ATLAS

CTS Library / Κατάπλους ἢ Τύραννος

Κατάπλους ἢ Τύραννος (3)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg016.perseus-grc2:3
Refs {'start': {'reference': '3', 'human_reference': 'Section 3'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Κλωθώ

μηκέτι χαλέπαινε, Χάρων· πλησίον γὰρ αὐτὸς οὗτος, ὡς ὁρᾷς, πολλούς τινας ἡμῖν ἄγων, μᾶλλον δὲ ὥσπερ τι αἰπόλιον ἀθρόους αὐτοὺς τῇ ῥάβδῳ σοβῶν. ἀλλὰ τί τοῦτο; δεδεμένον τινὰ ἐν αὐτοῖς καὶ ἄλλον γελῶντα ὁρῶ, ἕνα δέ τινα καὶ πήραν ἐξημμένον καὶ ξύλον ἐν τῇ χειρὶ ἔχοντα, δριμὺ ἐνορῶντα καὶ τοὺς ἄλλους ἐπισπεύδοντα. οὐχ ὁρᾷς δὲ καὶ τὸν Ἑρμῆν αὐτὸν ἱδρῶτι ῥεόμενον καὶ τὼ πόδε κεκονιμένον καὶ πνευστιῶντα; μεστὸν

v.2.p.6
γοῦν ἄσθματος αὐτῷ τὸ στόμα. τί ταῦτα, Ἑρμῆ; τίς σπουδή; τεταραγμένῳ γὰρ ἡμῖν ἔοικας.

Ἑρμῆς

τί δʼ ἄλλο, Κλωθοῖ, τουτονὶ τὸν ἀλιτήριον ἀποδράντα μεταδιώκων ὀλίγου δεῖν λιπόνεως ὑμῖν τήμερον ἐγενόμην;

Κλωθώ

τίς δʼ ἐστίν; τί βουλόμενος ἀπεδίδρασκε;

Ἑρμῆς

τουτὶ μὲν πρόδηλον, ὅτι ζῆν μᾶλλον ἐβούλετο. ἔστι δὲ βασιλεύς τις τύραννος, ἀπὸ γοῦν τῶν ὀδυρμῶν καὶ ὧν ἀνακωκύει, πολλῆς τινος εὐδαιμονίας ἐστερῆσθαι λέγων.

Κλωθώ

εἶθʼ μάταιος ἀπεδίδρασκεν, ὡς ἐπιβιῶναι δυνάμενος, ἐπιλελοιπότος ἤδη τοῦ ἐπικεκλωσμένου αὐτῷ νήματος;

Tokens

Κλωθώ 1 w 5
μηκέτι 1 w 11
χαλέπαινε 1 w 20
1 w 22
Χάρων 1 w 27
πλησίον 1 w 35
γὰρ 1 w 38
αὐτὸς 1 w 43
οὗτος 1 w 48
ὡς 1 w 51
ὁρᾷς 1 w 55
πολλούς 1 w 63
τινας 1 w 68
ἡμῖν 1 w 72
ἄγων 1 w 76
μᾶλλον 1 w 83
δὲ 1 w 85
ὥσπερ 1 w 90
τι 3 w 92
αἰπόλιον 1 w 100
ἀθρόους 1 w 107
αὐτοὺς 1 w 113
τῇ 1 w 115
ῥάβδῳ 1 w 120
σοβῶν 1 w 125
ἀλλὰ 1 w 130
τί 1 w 132
τοῦτο 1 w 137
δεδεμένον 1 w 147
τινὰ 1 w 151
ἐν 1 w 153
αὐτοῖς 1 w 159
καὶ 1 w 162
ἄλλον 1 w 167
γελῶντα 1 w 174
ὁρῶ 1 w 177
ἕνα 1 w 181
δέ 1 w 183
τινα 2 w 187
καὶ 2 w 190
πήραν 1 w 195
ἐξημμένον 1 w 204
καὶ 3 w 207
ξύλον 1 w 212
ἐν 2 w 214
τῇ 2 w 216
χειρὶ 1 w 221
ἔχοντα 1 w 227
δριμὺ 1 w 233
ἐνορῶντα 1 w 241
καὶ 4 w 244
τοὺς 2 w 248
ἄλλους 1 w 254
ἐπισπεύδοντα 1 w 266
οὐχ 1 w 270
ὁρᾷς 2 w 274
δὲ 2 w 276
καὶ 5 w 279
τὸν 1 w 282
Ἑρμῆν 1 w 287
αὐτὸν 1 w 292
ἱδρῶτι 1 w 298
ῥεόμενον 1 w 306
καὶ 6 w 309
τὼ 1 w 311
πόδε 1 w 315
κεκονιμένον 1 w 326
καὶ 7 w 329
πνευστιῶντα 1 w 340
μεστὸν 1 w 347
γοῦν 1 w 351
ἄσθματος 1 w 359
αὐτῷ 1 w 363
τὸ 5 w 365
στόμα 1 w 370
τί 2 w 373
ταῦτα 1 w 378
2 w 380
Ἑρμῆ 2 w 384
τίς 1 w 388
2 w 389
σπουδή 1 w 395
τεταραγμένῳ 1 w 407
γὰρ 2 w 410
ἡμῖν 2 w 414
ἔοικας 1 w 420
Ἑρμῆς 1 w 426
τί 4 w 428
δʼ 1 w 430
ἄλλο 3 w 434
3 w 436
Κλωθοῖ 1 w 442
1 w 444
τουτονὶ 1 w 451
τὸν 4 w 454
ἀλιτήριον 1 w 463
ἀποδράντα 1 w 472
μεταδιώκων 1 w 482
ὀλίγου 1 w 488
δεῖν 1 w 492
λιπόνεως 1 w 500
ὑμῖν 1 w 504
τήμερον 1 w 511
ἐγενόμην 1 w 519
Κλωθώ 2 w 525
τίς 2 w 528
δʼ 2 w 530
ἐστίν 1 w 535
2 w 537
τί 7 w 539
βουλόμενος 1 w 549
ἀπεδίδρασκε 1 w 560
Ἑρμῆς 2 w 566
τουτὶ 1 w 571
μὲν 1 w 574
πρόδηλον 1 w 582
ὅτι 1 w 586
ζῆν 1 w 589
μᾶλλον 2 w 595
ἐβούλετο 1 w 603
ἔστι 1 w 608
δὲ 3 w 610
βασιλεύς 1 w 618
τις 1 w 621
3 w 622
τύραννος 1 w 630
ἀπὸ 1 w 634
γοῦν 2 w 638
τῶν 1 w 641
ὀδυρμῶν 1 w 648
καὶ 8 w 651
ὧν 1 w 653
ἀνακωκύει 1 w 662
πολλῆς 1 w 669
τινος 1 w 674
εὐδαιμονίας 1 w 685
ἐστερῆσθαι 1 w 695
λέγων 1 w 700
Κλωθώ 3 w 706
εἶθʼ 1 w 710
4 w 711
μάταιος 1 w 718
ἀπεδίδρασκεν 1 w 730
ὡς 2 w 733
ἐπιβιῶναι 1 w 742
δυνάμενος 1 w 751
ἐπιλελοιπότος 1 w 765
ἤδη 1 w 768
τοῦ 2 w 771
ἐπικεκλωσμένου 1 w 785
αὐτῷ 2 w 789
νήματος 1 w 796

Dictionary Citations

LSJ

δριμύς
III bitter, fierce, ἀλάστωρ A. Ag. 1501 (lyr.); ἄγροικος Ar. Eq. 808, etc.; also, keen, shrewd, κρόταλον E. Cyc. 104; ἔντονοι καὶ δ. Pl. Tht. 173a; δ. καὶ δικανικός ib. 175d; δ. ἐν τῷ ἀποκρίνεσθαι Arist. Top. 156b37; λόγος δριμύτατος Id. SE 182b37 (but λέξις and λόγος δ. of striking turns of phrase, Hermog. Id. 1.2, 2.5): neut. as Adv., δριμὺ βλέπειν look bitter, Ar. Ra. 562; but also to look sharply, keenly, Pl. R. 519a, Luc. Symp. 16; ἐνορᾶν Id. Cat. 3, Ael. VH 14.22, D.C. 59.26:—regul. Adv. δριμέως, Anaxandr. 15.3; ἐρασθῆναι Ael. NA 7.15; δριμύτατα ἀλγεῖν Id. VH 12.1.
λιπόνεως
D. 50.65, Luc. Cat. 3, Max.Tyr. 9.7.
σοβέω
scare away birds, ἡμεῖς δὲ . ., οὐ σοβοῦντος οὐδενὸς ἀνεπτόμεσθʼ Ar. Av. 34; ἐπειδὴ τουτονὶ σεσοβήκαμεν (just above he had been called στροῦθος) Id. V. 211; σ. τὰς ἀλεκτρυόνας Pl.Com. 20; οὐ σοβήσετʼ ἔξω τὰς ὄρνιθας ἀφʼ ἡμῶν; Men. 167; τέττιγας Arist. HA 556b14; μυίας Thphr. Char. 25.5; drive along, ὥσπερ αἰπόλιον . . αὐτοὺς τῇ ῥάβδῳ σ. Luc. Cat. 3; ἔχοντες ξύλα σοβοῦσι τὴν ὕλην they scare the wood ( i.e. beat it so as to put up the birds), Arist. HA 620a35.