Scaife ATLAS

CTS Library / Κατάπλους ἢ Τύραννος

Κατάπλους ἢ Τύραννος (12)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg016.perseus-grc2:12
Refs {'start': {'reference': '12', 'human_reference': 'Section 12'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Μεγαπένθης

ἕν με πνίγει μάλιστα, Κλωθοῖ, διʼ ὅπερ ἐπόθουν κἂν[*] πρὸς ὀλίγον ἐς τὸ φῶς ἀνακῦψαι πάλιν.

Κλωθώ

τί δὲ τοῦτό ἐστιν; ἔοικε γάρ τι παμμέγεθες εἶναι.

Μεγαπένθης

Καρίων ἐμὸς οἰκέτης ἐπεὶ τάχιστά με ἀποθανόντα εἶδε, περὶ δείλην ὀψίαν ἀνελθὼν εἰς τὸ οἴκημα ἔνθα ἐκείμην, σχολῆς οὔσης οὐδεὶς γὰρ οὐδὲ ἐφύλαττέ με Γλυκέριον τὴν παλλάκιδα

v.2.p.26
μου καὶ πάλαι δέ, οἶμαι, κεκοινωνήκεσαν παραγαγὼν ἐπισπασάμενος τὴν θύραν ἐσπόδει καθάπερ οὐδενὸς ἔνδον παρόντος· εἶτʼ ἐπειδὴ ἅλις εἶχε τῆς ἐπιθυμίας, ἀποβλέψας εἰς ἐμέ, σὺ μέντοι, φησίν, μιαρὸν ἀνθρώπιον, πληγάς μοι πολλάκις οὐδὲν ἀδικοῦντι ἐνέτεινας· καὶ ταῦθʼ ἅμα λέγων παρέτιλλέ τέ με καὶ κατὰ κόρρης ἔπαιε, τέλος δὲ πλατὺ χρεμψάμενος καταπτύσας μου καί, εἰς τὸν Ἀσεβῶν χῶρον ἄπιθι, ἐπειπὼν ᾤχετο· ἐγὼ δὲ ἐνεπιμπράμην μέν, οὐκ εἶχον δὲ ὅμως τι καὶ δράσαιμι αὐτὸν αὖος ἤδη καὶ ψυχρὸς ὤν. καὶ μιαρὰ δὲ παιδίσκη ἐπεὶ ψόφου προσιόντων τινῶν ᾔσθετο, σιέλῳ χρίσασα τοὺς ὀφθαλμοὺς ὡς δακρύσασα ἐπʼ ἐμοί, κωκύουσα καὶ τοὔνομα ἐπικαλουμένη ἀπηλλάττετο. ὧν εἰ λαβοίμην

Tokens

Μεγαπένθης 1 w 10
ἕν 1 w 12
με 1 w 14
πνίγει 1 w 20
μάλιστα 1 w 27
1 w 29
Κλωθοῖ 1 w 35
διʼ 1 w 39
ὅπερ 1 w 43
ἐπόθουν 1 w 50
κἂν 1 w 53
πὰν 1 w 56
S 1 w 57
Fritzsche 1 w 67
καὶ 1 w 71
other 1 w 76
MSS 1 w 79
πρὸς 1 w 84
ὀλίγον 1 w 90
ἐς 1 w 92
τὸ 1 w 94
φῶς 1 w 97
ἀνακῦψαι 1 w 105
πάλιν 1 w 110
Κλωθώ 1 w 116
τί 1 w 118
δὲ 1 w 120
τοῦτό 1 w 125
ἐστιν 1 w 130
ἔοικε 1 w 136
γάρ 1 w 139
τι 2 w 141
παμμέγεθες 1 w 151
εἶναι 1 w 156
Μεγαπένθης 2 w 167
Καρίων 1 w 173
1 w 174
ἐμὸς 1 w 178
οἰκέτης 1 w 185
ἐπεὶ 1 w 189
τάχιστά 1 w 196
με 2 w 198
ἀποθανόντα 1 w 208
εἶδε 1 w 212
περὶ 1 w 217
δείλην 1 w 223
ὀψίαν 1 w 228
ἀνελθὼν 1 w 235
εἰς 1 w 238
τὸ 2 w 240
οἴκημα 1 w 246
ἔνθα 1 w 250
ἐκείμην 1 w 257
σχολῆς 1 w 264
οὔσης 1 w 269
οὐδεὶς 1 w 276
γὰρ 1 w 279
οὐδὲ 1 w 283
ἐφύλαττέ 1 w 291
με 3 w 293
Γλυκέριον 1 w 303
τὴν 1 w 306
παλλάκιδα 1 w 315
μου 1 w 318
καὶ 2 w 322
πάλαι 1 w 327
δέ 1 w 329
οἶμαι 1 w 335
κεκοινωνήκεσαν 1 w 350
παραγαγὼν 1 w 360
ἐπισπασάμενος 1 w 373
τὴν 2 w 376
θύραν 1 w 381
ἐσπόδει 1 w 388
καθάπερ 1 w 395
οὐδενὸς 1 w 402
ἔνδον 1 w 407
παρόντος 1 w 415
εἶτʼ 1 w 420
ἐπειδὴ 1 w 426
ἅλις 1 w 430
εἶχε 1 w 434
τῆς 1 w 437
ἐπιθυμίας 1 w 446
ἀποβλέψας 1 w 456
εἰς 2 w 459
ἐμέ 1 w 462
σὺ 1 w 465
μέντοι 1 w 471
φησίν 1 w 477
2 w 479
μιαρὸν 1 w 485
ἀνθρώπιον 1 w 494
πληγάς 1 w 501
μοι 1 w 504
πολλάκις 1 w 512
οὐδὲν 1 w 517
ἀδικοῦντι 1 w 526
ἐνέτεινας 1 w 535
καὶ 3 w 539
ταῦθʼ 1 w 544
ἅμα 1 w 547
λέγων 1 w 552
παρέτιλλέ 1 w 561
τέ 2 w 563
με 5 w 565
καὶ 4 w 568
κατὰ 1 w 572
κόρρης 1 w 578
ἔπαιε 1 w 583
τέλος 1 w 589
δὲ 4 w 591
πλατὺ 1 w 596
χρεμψάμενος 1 w 607
καταπτύσας 1 w 617
μου 2 w 620
καί 1 w 623
εἰς 3 w 627
τὸν 1 w 630
Ἀσεβῶν 1 w 636
χῶρον 1 w 641
ἄπιθι 1 w 646
ἐπειπὼν 1 w 654
ᾤχετο 1 w 659
ἐγὼ 1 w 663
δὲ 5 w 665
ἐνεπιμπράμην 1 w 677
μέν 2 w 680
οὐκ 1 w 684
εἶχον 1 w 689
δὲ 6 w 691
ὅμως 1 w 695
3 w 696
τι 5 w 698
καὶ 5 w 701
δράσαιμι 1 w 709
αὐτὸν 1 w 714
αὖος 1 w 718
ἤδη 1 w 721
καὶ 6 w 724
ψυχρὸς 1 w 730
ὤν 1 w 732
καὶ 7 w 736
1 w 737
μιαρὰ 1 w 742
δὲ 7 w 744
παιδίσκη 1 w 752
ἐπεὶ 2 w 756
ψόφου 1 w 761
προσιόντων 1 w 771
τινῶν 1 w 776
ᾔσθετο 1 w 782
σιέλῳ 1 w 788
χρίσασα 1 w 795
τοὺς 1 w 799
ὀφθαλμοὺς 1 w 808
ὡς 1 w 810
δακρύσασα 1 w 819
ἐπʼ 1 w 822
ἐμοί 1 w 826
κωκύουσα 1 w 835
καὶ 8 w 838
τοὔνομα 1 w 845
ἐπικαλουμένη 1 w 857
ἀπηλλάττετο 1 w 868
ὧν 1 w 871
εἰ 4 w 873
λαβοίμην 1 w 881

Dictionary Citations

LSJ

ἐμπίμπρημι
kindle, set on fire, πυρὶ νῆας Il. 8.182, al.; τῷ Λημνίῳ . . πυρὶ ἔμπρησον S. Ph. 801; τὸν [νηὸν] ἐνέπρησαν Hdt. 1.19, cf. 5.101, al.: c. gen., πυρὸς αἰθομένοιο νῆας ἐνιπρήσωσι burn them by force of fire, Il. 16.82; ἐμπιμπράναι οἰκίαν Ar. Nu. 1484, cf. Pl. R. 471c:— Pass., to be set on fire, Hdt. 1.19, etc.; ῥίζαι -πεπρησμέναι Ph. l.c.; to be inflamed, Aret. SA 2.10: metaph. of anger, Luc. Cat. 12. (Freq. written ἐμπίπρ- in codd., but cf. ἐμπιμπράντων Phld. Ir. p.53 W.)
κατά
1 down upon or over, κ. χθονὸς ὄμματα πήξας Il. 3.217; of the dying, κατὰ . . ὀφθαλμῶν κέχυτʼ ἀχλύς a cloud settled upon the eyes, 5.696, cf. 20.321; τὸν δὲ κατʼ ὀφθαλμῶν . . νὺξ ἐκάλυψεν 13.580; φᾶρος κὰκ κεφαλῆς εἴρυσσε down over . . , Od. 8.85; [ κόπρος] κ. σπείους κέχυτο . . πολλή 9.330; ὕδωρ κ. χειρός, v. χείρ; μύρον κ. τῆς κεφαλῆς καταχέαντες Pl. R. 398a; νάρκη μου κ. τῆς χειρὸς καταχεῖται Ar. V. 713; κ. τῆς τραπέζης καταπάσας τέφραν Id. Nu. 177; ξαίνειν κ. τοῦ νώτου πολλὰς [ πληγάς] D. 19.197; ἐσκεδασμένοι κ. τῆς χώρας Plb. 1.17.10; οἱ κ. νώτου πονοῦντες Id. 3.19.7; ῥόπαλον ἤλασα κὰκ κεφαλῆς Theoc. 25.256; κ. κόρρης παίειν, = ἐπὶ κόρρης, Luc. Cat. 12, al.
καταπτύω
spit upon or at, esp. as a mark of abhorrence or contempt, c. gen., τίς οὐχὶ κατέπτυσεν ἂν σοῦ; D. 18.200, cf. Aeschin. 3.73, Luc. Cat. 12, etc.; κ. δωροδοκίας Aeschin. 2.23; πλούτου Luc. Icar. 30: abs., Ar. Ra. 1179. [On the quantity, v. πτύω.]
πλατύς
5 π. ὅρκος a broad strong oath, Emp. 30.3, cf. 115.2; κατάγελως π. flat (i.e. downright) mockery, Ar. Ach. 1126; π. φλήναφος Amelius ap. Porph. Plot. 17, 18; but πλατὺ γελάσαι, καταγελᾶν, laugh loud and rudely, Philostr. VA 7.39, VS 1.20.2; καταχρεμψαμένη πλατύ Ar. Pax 815, cf. Luc. Cat. 12.
χρέμπτομαι
clear oneʼs throat, hawk and spit, cough, E. Cyc. 626; esp. before making a speech, Ar. Th. 381; χ. ὡς πτύσων Gal. Protr. 8: c. acc., αἱματῶδες χ. spit blood, Hp. Epid. 5.14; μῆλα χ. Eup. 163 (lyr.); πλατὺ χρεμψάμενος Luc. Cat. 12, cf. Pr.Im. 20:— Pass., πράσα . . χρέμπτεται are expectorant, Ruf. ap. Orib. inc. 4.28. (Akin to χρεμετίζω.)