Scaife ATLAS

CTS Library / Κατάπλους ἢ Τύραννος

Κατάπλους ἢ Τύραννος (1)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg016.perseus-grc2:1
Refs {'start': {'reference': '1', 'human_reference': 'Section 1'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Χάρων

Εἶεν, Κλωθοῖ, τὸ μὲν σκάφος τοῦτο ἡμῖν πάλαι εὐτρεπὲς καὶ πρὸς ἀναγωγὴν εὖ μάλα παρεσκευασμένον· τε γὰρ ἄντλος ἐκκέχυται καὶ ἱστὸς ὤρθωται καὶ ὀθόνη παρακέκρουσται καὶ τῶν κωπῶν ἑκάστη τετρόπωται, κωλύει τε οὐδέν, ὅσον ἐπʼ ἐμοί, τὸ ἀγκύριον ἀνασπάσαντας ἀποπλεῖν. δὲ Ἑρμῆς βραδύνει, πάλαι παρεῖναι δέον· κενὸν γοῦν ἐπιβατῶν, ὡς ὁρᾷς, ἔστι τὸ πορθμεῖον τρὶς ἤδη τήμερον ἀναπεπλευκέναι δυνάμενον· καὶ σχεδὸν ἀμφὶ βουλυτόν ἐστιν, ἡμεῖς δὲ οὐδέπω οὐδὲ ὀβολὸν ἐμπεπολήκαμεν. εἶτα Πλούτων εὖ οἶδα ὅτι ἐμὲ ῥᾳθυμεῖν ἐν τούτοις ὑπολήψεται, καὶ ταῦτα παρʼ ἄλλῳ οὔσης τῆς αἰτίας. δὲ καλὸς ἡμῖν κἀγαθὸς νεκροπομπὸς ὥσπερ τις ἄλλος καὶ αὐτὸς ἄνω τὸ τῆς Λήθης ὕδωρ πεπωκὼς ἀναστρέψαι πρὸς ἡμᾶς ἐπιλέλησται, καὶ ἤτοι παλαίει μετὰ τῶν ἐφήβων κιθαρίζει λόγους τινὰς διεξέρχεται ἐπιδεικνύμενος τὸν λῆρον τὸν αὑτοῦ, τάχα που καὶ κλωπεύει γεννάδας παρελθών· μία γὰρ αὐτοῦ καὶ αὕτη

v.2.p.4
τῶν τεχνῶν. δʼ οὖν ἐλευθεριάζει πρὸς ἡμᾶς, καὶ ταῦτα ἐξ ἡμισείας ἡμέτερος ὤν.

Tokens

Χάρων 1 w 5
Εἶεν 1 w 9
1 w 11
Κλωθοῖ 1 w 17
τὸ 1 w 20
μὲν 1 w 23
σκάφος 1 w 29
τοῦτο 1 w 34
ἡμῖν 1 w 38
πάλαι 1 w 43
εὐτρεπὲς 1 w 51
καὶ 1 w 54
πρὸς 1 w 58
ἀναγωγὴν 1 w 66
εὖ 1 w 68
μάλα 1 w 72
παρεσκευασμένον 1 w 87
1 w 89
τε 1 w 91
γὰρ 1 w 94
ἄντλος 1 w 100
ἐκκέχυται 1 w 109
καὶ 2 w 112
1 w 113
ἱστὸς 1 w 118
ὤρθωται 1 w 125
καὶ 3 w 128
2 w 129
ὀθόνη 1 w 134
παρακέκρουσται 1 w 148
καὶ 4 w 151
τῶν 1 w 154
κωπῶν 1 w 159
ἑκάστη 1 w 165
τετρόπωται 1 w 175
κωλύει 1 w 182
τε 3 w 184
οὐδέν 1 w 189
ὅσον 1 w 194
ἐπʼ 1 w 197
ἐμοί 1 w 201
τὸ 3 w 204
ἀγκύριον 1 w 212
ἀνασπάσαντας 1 w 224
ἀποπλεῖν 1 w 232
2 w 234
δὲ 1 w 236
Ἑρμῆς 1 w 241
βραδύνει 1 w 249
πάλαι 2 w 255
παρεῖναι 1 w 263
δέον 1 w 267
κενὸν 1 w 273
γοῦν 1 w 277
ἐπιβατῶν 1 w 285
ὡς 1 w 288
ὁρᾷς 1 w 292
ἔστι 1 w 297
τὸ 4 w 299
πορθμεῖον 1 w 308
τρὶς 1 w 312
ἤδη 1 w 315
τήμερον 1 w 322
ἀναπεπλευκέναι 1 w 336
δυνάμενον 1 w 345
καὶ 5 w 349
σχεδὸν 1 w 355
ἀμφὶ 1 w 359
βουλυτόν 1 w 367
ἐστιν 1 w 372
ἡμεῖς 1 w 378
δὲ 2 w 380
οὐδέπω 1 w 386
οὐδὲ 1 w 390
ὀβολὸν 1 w 396
ἐμπεπολήκαμεν 1 w 409
εἶτα 1 w 414
4 w 415
Πλούτων 1 w 422
εὖ 2 w 424
οἶδα 1 w 428
ὅτι 1 w 431
ἐμὲ 1 w 434
ῥᾳθυμεῖν 1 w 442
ἐν 1 w 444
τούτοις 1 w 451
ὑπολήψεται 1 w 461
καὶ 6 w 465
ταῦτα 1 w 470
παρʼ 1 w 474
ἄλλῳ 1 w 478
οὔσης 1 w 483
τῆς 1 w 486
αἰτίας 1 w 492
5 w 494
δὲ 4 w 496
καλὸς 1 w 501
ἡμῖν 2 w 505
κἀγαθὸς 1 w 512
νεκροπομπὸς 1 w 523
ὥσπερ 1 w 528
τις 1 w 531
ἄλλος 1 w 536
καὶ 7 w 539
αὐτὸς 1 w 544
ἄνω 1 w 547
τὸ 6 w 549
τῆς 2 w 552
Λήθης 1 w 557
ὕδωρ 1 w 561
πεπωκὼς 1 w 568
ἀναστρέψαι 1 w 578
πρὸς 2 w 582
ἡμᾶς 1 w 586
ἐπιλέλησται 1 w 597
καὶ 8 w 601
ἤτοι 1 w 605
παλαίει 1 w 612
μετὰ 1 w 616
τῶν 3 w 619
ἐφήβων 1 w 625
1 w 626
κιθαρίζει 1 w 635
2 w 636
λόγους 1 w 642
τινὰς 1 w 647
διεξέρχεται 1 w 658
ἐπιδεικνύμενος 1 w 672
τὸν 1 w 675
λῆρον 1 w 680
τὸν 2 w 683
αὑτοῦ 1 w 688
3 w 690
τάχα 1 w 694
που 1 w 697
καὶ 9 w 700
κλωπεύει 1 w 708
6 w 709
γεννάδας 1 w 717
παρελθών 1 w 725
μία 1 w 729
γὰρ 2 w 732
αὐτοῦ 1 w 737
καὶ 10 w 740
αὕτη 1 w 744
τῶν 4 w 747
τεχνῶν 1 w 753
7 w 755
δʼ 1 w 757
οὖν 1 w 760
ἐλευθεριάζει 1 w 772
πρὸς 3 w 776
ἡμᾶς 2 w 780
καὶ 11 w 784
ταῦτα 2 w 789
ἐξ 1 w 791
ἡμισείας 1 w 799
ἡμέτερος 1 w 807
ὤν 1 w 809

Dictionary Citations

LSJ

βουλυτός
time for unyoking oxen (early afternoon, Hld. 2.19, cf. Eust. 1614.44, but evening, Ael. NA 13.1, cf. Philostr. Her. 19.20), Ar. Av. 1500, A.R. 3.1342, Luc. Cat. 1, etc.; ὑπὸ . . ἀστέρα βουλυτοῖο IG 14.2012.15 (Sulp. Max.): — Hom. only in Adv. βουλῡτόνδε, Il. 16.779, Od. 9.58.
ἐλευθεριάζω
speak or act like a freeman, Pl. Lg. 701e, Arist. Pol. 1314a8, Ph. 1.380; ἐ. τοῖς λόγοις Plu. Lib.educ. 2.6e; πρός τινα Luc. Cat. 1; ἐλευθεριάξαντας ( Dor. aor.) Epimenid. ap. D.L. 1.113; to be free, ἀπὸ τοῦ πλούτου Crat. Ep. 8; esp. from public burdens, PFlor. 382.7 (iii A.D.): c.gen., πολυτελείας Chaerem. ap. Porph. Abst. 4.8.
ἐμπολάω
ἐμπολάω, impf. ἠμπόλων Ar. V. 444, ( ἀπ-) E. Tr. 973: fut. -ήσω S. Ant. 1063: aor. ἠμπόλησα, but in Is. 11.43 ἐνεπόλησα (Scaliger for ἐνέπωλ-): pf. ἠμπόληκα S. Aj. 978, Ar. Pax 367; late ἐμπεπόληκα Luc. Cat. 1:— Med. (v. infr.):— Pass., aor. ἠμπολήθην S. Tr. 250: pf. ἠμπόλημαι, Ion. ἐμπ ( ἐξ-) Hdt. 1.1, S. Ant. 1036:—
ἥμισυς
2 ἡ ἡμίσεια (sc. μοῖρα) , τῇ ἡμισείᾳ τῆς γῆς Th. 5.31; ἡ ἡ. τοῦ τιμήματος Pl. Lg. 956d; οὐ γὰρ ἐφʼ ἡμισείᾳ χρηστὸν εἶναι δεῖ by halves, D. 19.277; ἐξ ἡμισείας Luc. Cat. 1, Artem. 1.26, S.E. M. 10.145. ( ἡμισυ- fr. ἡμιτυ-, ἡμισσο- fr. ἡμιτϝο-, cf. ἡμίτεια, ἡμιτύεκτον; enlarged fr. ἡμι-.)
κλωπεύω
None steal, X. An. 6.1.1, Lac. 2.7, Luc. Cat. 1, Tox. 49.
παρακρούω
IV ἡ ὀθόνη παρακέκρουσται is ready hoisted, Luc. Cat. 1 (s.v.l.).
τροπόω
furnish the oar with its thong, in Med., ναυβάτης τʼ ἀνὴρ τροποῦτο κώπην σκαλμὸν ἀμφʼ εὐήρετμον fastened his oar by its thong round the thole, A. Pers. 376; τροπώσασθαι ναῦν Poll. 1.87:— Pass., of the oar, to be furnished with its thong, Ar. Ach. 553, Luc. Cat. 1.