Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τοῦ Ἡρῷδου φόνου

Περὶ τοῦ Ἡρῷδου φόνου (93)

urn:cts:greekLit:tlg0028.tlg005.perseus-grc2:93
Refs {'start': {'reference': '93', 'human_reference': 'Section 93'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

εὖ δʼ ἴστε ὅτι οὐκ ἄν ποτʼ ἦλθον εἰς τὴν πόλιν, εἴ τι ξυνῄδη ἐμαυτῷ τοιοῦτον· νῦν δὲ πιστεύων τῷ δικαίῳ, οὗ πλέονος οὐδέν ἐστιν ἄξιον ἀνδρὶ συναγωνίζεσθαι, μηδὲν αὑτῷ συνειδότι ἀνόσιον εἰργασμένῳ μηδʼ[*] εἰς τοὺς θεοὺς ἠσεβηκότι· ἐν γὰρ τῷ τοιούτῳ ἤδη καὶ τὸ σῶμα ἀπειρηκὸς ψυχὴ συνεξέσωσεν, ἐθέλουσα ταλαιπωρεῖν διὰ τὸ μὴ ξυνειδέναι ἑαυτῇ. τῷ δὲ ξυνειδότι τοῦτο αὐτὸ πρῶτον πολέμιόν ἐστιν· ἔτι γὰρ καὶ τοῦ σώματος ἰσχύοντος ψυχὴ προαπολείπει, ἡγουμένη τὴν τιμωρίαν οἱ ἥκειν ταύτην τῶν ἀσεβημάτων[*] ἐγὼ δʼ ἐμαυτῷ τοιοῦτον οὐδὲν ξυνειδὼς ἥκω εἰς ὑμᾶς.

Tokens

εὖ 1 w 2
δʼ 1 w 4
ἴστε 1 w 8
ὅτι 1 w 11
οὐκ 1 w 14
ἄν 1 w 16
ποτʼ 1 w 20
ἦλθον 1 w 25
εἰς 1 w 28
τὴν 1 w 31
πόλιν 1 w 36
εἴ 1 w 39
τι 2 w 41
ξυνῄδη 1 w 47
ἐμαυτῷ 1 w 53
τοιοῦτον 1 w 61
νῦν 1 w 65
δὲ 1 w 67
πιστεύων 1 w 75
τῷ 2 w 77
δικαίῳ 1 w 83
οὗ 1 w 86
πλέονος 1 w 93
οὐδέν 1 w 98
ἐστιν 1 w 103
ἄξιον 1 w 108
ἀνδρὶ 1 w 113
συναγωνίζεσθαι 1 w 127
μηδὲν 1 w 133
αὑτῷ 1 w 137
συνειδότι 1 w 146
ἀνόσιον 1 w 153
εἰργασμένῳ 1 w 163
μηδʼ 1 w 167
μηδʼ 2 w 171
Franke 1 w 177
μήτʼ 1 w 182
codd 1 w 186
εἰς 2 w 190
τοὺς 1 w 194
θεοὺς 1 w 199
ἠσεβηκότι 1 w 208
ἐν 1 w 211
γὰρ 1 w 214
τῷ 4 w 216
τοιούτῳ 1 w 223
ἤδη 1 w 226
καὶ 1 w 229
τὸ 1 w 231
σῶμα 1 w 235
ἀπειρηκὸς 1 w 244
1 w 245
ψυχὴ 1 w 249
συνεξέσωσεν 1 w 260
ἐθέλουσα 1 w 269
ταλαιπωρεῖν 1 w 280
διὰ 1 w 283
τὸ 2 w 285
μὴ 1 w 287
ξυνειδέναι 1 w 297
ἑαυτῇ 1 w 302
τῷ 5 w 305
δὲ 3 w 307
ξυνειδότι 1 w 316
τοῦτο 1 w 321
αὐτὸ 1 w 325
πρῶτον 1 w 331
πολέμιόν 1 w 339
ἐστιν 2 w 344
ἔτι 1 w 348
γὰρ 2 w 351
καὶ 2 w 354
τοῦ 2 w 357
σώματος 1 w 364
ἰσχύοντος 1 w 373
2 w 374
ψυχὴ 2 w 378
προαπολείπει 1 w 390
ἡγουμένη 1 w 399
τὴν 2 w 402
τιμωρίαν 1 w 410
οἱ 1 w 412
ἥκειν 1 w 417
ταύτην 1 w 423
τῶν 1 w 426
ἀσεβημάτων 1 w 436
ἀσεβημάτων 2 w 446
N 1 w 447
ἀσεβηκότων 1 w 458
A 1 w 459
ἐγὼ 1 w 463
δʼ 4 w 465
ἐμαυτῷ 2 w 471
τοιοῦτον 2 w 479
οὐδὲν 1 w 484
ξυνειδὼς 1 w 492
ἥκω 1 w 495
εἰς 3 w 498
ὑμᾶς 1 w 502

Dictionary Citations

LSJ

ἀπεῖπον
3 fail, tire, sink from exhaustion, ἐπεὶ δʼ ἀπεῖπε S. Tr. 789, cf. Ar. Pax 306, Pl. Phdr. 228b, etc.; ἀπειρηκὸς σῶμα Antipho 5.93; γῆ ἀπειρηκυῖα Thphr. CP 3.20.3; οὐ γάρ που ἀπεροῦμέν γέ πω shall not give in yet, Pl. Tht. 200d; ἕως ἂν ἀπείπωσιν D. 54.25, cf. 27; οἱ διὰ τὸν χρόνον ἀπειρηκότες Arist. Pol. 1329a33; οὐδʼ ἀπεῖπεν . . φάτις was not unfulfilled, A. Th. 840.
ἀσεβέω
to be impious, act profanely, commit sacrilege, Hdt. 1.159; opp. ἀδικέω, Ar. Th. 367; ἀ. ἐς τὸν νηόν Hdt. 8.129, cf. E. Ba. 490, Antipho 5.93; περὶ τὰ ἱρά, τοὺς θεούς, Hdt. 2.139, Antipho 4.1.2, cf. X. Ap. 22, etc.; πρὸς τὰ θεῖα Id. Cyn. 13.16: c. acc. cogn., ἀ. ἀσέβημα Pl. Lg. 910e; ἀγγελίας καὶ ἐπιτάξεις παρὰ νόμον ἀ. ib. 941a; περὶ οὗ τὴν ἑορτὴν ἀσεβῶν ἕαλωκε D. 21.227.
ἰσχύω
to be strong in body, S. Tr. 234; ὅπως ὑγιαίνοιεν καὶ ἰσχύοιεν X. Cyr. 6.1.24; ὃς μέγιστον ἴσχυσε στρατοῦ S. Aj. 502; ἰ. τοῖς σώμασιν X. Mem. 2.7.7; τοῦ σώματος ἰσχύοντος Antipho 5.93; ἴσχυόν τʼ αὐτὸς ἐμαυτοῦ, i.e. I had all my strength, Ar. V. 357; ἰ. ἐκ νόσου to be recovering, X. HG 6.4.18.
οὗ
A ἕο Il. 5.343, al., εὗ v.l. in Od. 19.446 (ap. A.D. Pron. 76.15, etc.), al., εἷο Il. 4.400, Od. 22.19, ἑοῦ A.D. Pron. 77.10; ἑο enclit., Od. 14.461, εὑ Il. 14.427, al., Hdt. 3.135; ἕθεν is another Ep. form, Il. 3.128, al. (used by A. Supp. 66 (lyr.)), enclit. in Il. 9.686, al.; ϝέθεν Alc. 11; οὗ ἕθεν together, A.R. 1.362, 4.1471; εἷο for ἐμοῦ, Id. 2.635: Att. οὗ, but rarely used, S. OT 1257, Pl. Smp. 174d, R. 393e, 614b: Locr. ϝέος dub. in IG 9(1).334.33 (v B. C.): Boeot. ἑοῦς Corinn. 2: Dor. ϝίο ( γίο cod.) Hsch.: late Ep. ἑοῖο A.R. 1.1032 (v.l. ἑεῖο): dat. οἷ Od. 11.433, al., enclit. in 1.17, al. (enclit. οἱ perh. as gen., Il. 16.531, Archil. 29, Hdt. 1.60, 3.15, A.R. 3.371, Theoc. 25.66, cf.Sch. Il. 19.384 and ἐγώ II): Delph. ϝοι GDI 2561 D 14 (also Aeol., Sapph. 111): Att. οἷ Pl. Smp. 174e, X. An. 1.1.8, enclit. οἱ A. Ag. 1147 (lyr.), Th. 2.13, al., Antipho 5.93, And. 1.38, Pl. Phlb. 60d, al., X. Mem. 1.2.32, etc.: ἑοῖ twice in Hom., Il. 13.495, Od. 4.38; ἑοῖ αὐτῇ used of the 1 pers., A.R. 3.99: for ϝίν, ἵν, v. ἵ: Boeot. ἑΐν Corinn. 36: acc. ἕ Il. 4.497, al., Pi. O. 9.14, enclit. ἑ Il. 1.236, al., never in Trag., Com., Th., Hdt., or X., but found in Pl. Smp. 175a, al.; ἑέ twice in Hom., Il. 20.171, 24.134 (perh. with elision in 14.162, 17.551); ἑ as fem. pl., h.Ven. 267; ϝhέ dub. in GDI 1267.23 ( Pamphylia): for the forms σφε, μιν, νιν, ἵ, σφωέ, σφεῖς, v. sub vocc.
προαπολείπω
II fail before or first, Hp. Mul. 1.59: c.gen., fail before, i.e. in comparison with, τοῦ σώματος . . ἡ ψυχὴ π. Antipho 5.93; προαπολείπει τῆς προθυμίας ἡ δύναμις Plu. An seni 2.789d:— Med., Comm.not. ib. 1078f.
συναγωνίζομαι
contend along with, share in a contest, τινι with one, Ar. Th. 1061, cf. Antipho 5.93, Th. 1.143, etc.; τινὶ πρὸς τοὺς πολεμίους Pl. Alc. 1.119e; ἀλλήλοις ἐφʼ ἡμᾶς D. 43.10; τινὶ ἐν ταῖς προσευχαῖς Ep.Rom. 15.30; σ. ἐν μάχῃ Marm.Par. 63: c.acc. cogn., ἀγῶνα SIG 711 L 29 ( Delph., ii B.C.); μάχας OGI 280.3 ( Pergam., iii B.C.).
συνεκσῴζω
help in preserving or delivering, ξένον S. OC 566; τὸ σῶμα ἡ ψυχὴ σ. with itself, Antipho 5.93.
ταλαιπωρέω
do hard work, endure hardship or distress, E. Or. 672, Th. 1.99, 5.74; ὑπὸ χειμῶνος Id. 2.101; ἑωυτοῖσι for their own benefit, Hp. Aër. 16; ἐθέλουσα ταλαιπωρεῖν Antipho 5.93; τῷ σώματι ἀδύνατος ταλαιπωρεῖν Lys. 31.12; λυποῦνται καὶ συνεχῶς ταλαιπωροῦσι D. 2.16: c. dat., suffer by reason of, ἐλπίσι κεναῖς Polystr. p.31 W.
ψυχή
4 self, ἀπὸ πάμπαν ἀδίκων ἔχειν ψ. Pi. O. 2.70; ψ. τε καὶ φρόνημα καὶ γνώμην S. Ant. 176; ἀρκεῖν . . κἀντὶ μυρίων μίαν ψ. τάδʼ ἐκτίνουσαν, ἢν εὔνους παρῇ Id. OC 499; ψ. γὰρ εὔνους καὶ φρονοῦσα τοὔνδικον Id. Fr. 101; ἡ κακὴ σὴ ψ. Id. Ph. 1014; ψυχῆς κατήγορος κακῆς X. Oec. 20.15, cf. Pl. R. 353e; ἡ βουλεύσασα ψ. Antipho 4.1.7, cf. Pl. Lg. 873a; τὸ σῶμα ἀπειρηκὸς ἡ ψ. συνεξέσωσεν . . διὰ τὸ μὴ ξυνειδέναι ἑαυτῇ the mind conscious of innocence, Antipho 5.93; τὸ ἐπιμελεῖσθαι καὶ ἄρχειν καὶ βουλεύεσθαι . . ἐσθʼ ὅτῳ ἄλλῳ ἢ ψυχῇ δικαίως ἂν ἀποδοῖμεν; Pl. R. 353d; τὴν τῆς ψ. ἐπιμέλειαν X. Mem. 1.2.4, Isoc. 15.304; τὰ ἐν τῇ ψ. διὰ τὴν παιδείαν ἐγγιγνόμενα ib. 290; τῆς ψ. ἐξελθούσης, ἐν ᾗ μόνῃ γίγνεται φρόνησις X. Mem. 1.2.53; νοῦς τε καὶ ψ. Pl. Cra. 400a, cf. Phdr. 247c, al.; ἐμπαίει τί μοι ψυχῇ σύνηθες ὄμμα S. El. 903; ἰδὼν μὲν γνούς τε σῇ ψ., τέκνον E. Tr. 1171. Phrases:— ἐκ τῆς ψ. φίλος X. An. 7.7.43; ἀπὸ τῆς ψ. φιλεῖν with all the heart, Thphr. Char. 17.3; βόσκοιτʼ ἐκ ψυχᾶς τὰς ἀμνάδας Theoc. 8.35; ὅλῃ τῇ ψ. κεχαρίσθαι τινί X. Mem. 3.11.10; οὐκ ἐᾷ ἡμᾶς οὐδὲ ψυχῆς λαχεῖν he wonʼt let us call our soul our own, Phryn. PS p.128B.