Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τοῦ Ἡρῷδου φόνου

Περὶ τοῦ Ἡρῷδου φόνου (87)

urn:cts:greekLit:tlg0028.tlg005.perseus-grc2:87
Refs {'start': {'reference': '87', 'human_reference': 'Section 87'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

φόνου γὰρ δίκη καὶ μὴ ὀρθῶς γνωσθεῖσα ἰσχυρότερον τοῦ δικαίου καὶ τοῦ ἀληθοῦς ἐστιν· ἀνάγκη γὰρ, ἐὰν ὑμεῖς μου καταψηφίσησθε, καὶ μὴ ὄντα φονέα μηδʼ ἔνοχον τῷ ἔργῳ χρῆσθαι τῇ δίκῃ καὶ τῷ νόμῳ· καὶ οὐδεὶς ἂν τολμήσειεν οὔτε τὴν δίκην τὴν δεδικασμένην παραβαίνειν, πιστεύσας αὑτῷ ὅτι οὐκ ἔνοχός ἐστιν, οὔτε ξυνειδὼς αὑτῷ τοιοῦτον ἔργον εἰργασμένῳ μὴ οὐ χρῆσθαι τῷ νόμῳ· ἀνάγκη δὲ τῆς τε δίκης νικᾶσθαι παρὰ τὸ ἀληθές, αὐτοῦ τε τοῦ ἀληθοῦς, ἄλλως τε καὶ ἐὰν μὴ τιμωρήσων.

Tokens

φόνου 1 w 5
γὰρ 1 w 8
δίκη 1 w 12
καὶ 1 w 15
μὴ 1 w 17
ὀρθῶς 1 w 22
γνωσθεῖσα 1 w 31
ἰσχυρότερον 1 w 42
τοῦ 1 w 45
δικαίου 1 w 52
καὶ 2 w 55
τοῦ 2 w 58
ἀληθοῦς 1 w 65
ἐστιν 1 w 70
ἀνάγκη 1 w 77
γὰρ 2 w 80
ἐὰν 1 w 84
ὑμεῖς 1 w 89
μου 1 w 92
καταψηφίσησθε 1 w 105
καὶ 3 w 109
μὴ 2 w 111
ὄντα 1 w 115
φονέα 1 w 120
μηδʼ 1 w 124
ἔνοχον 1 w 130
τῷ 1 w 132
ἔργῳ 1 w 136
χρῆσθαι 1 w 143
τῇ 1 w 145
δίκῃ 1 w 149
καὶ 4 w 152
τῷ 2 w 154
νόμῳ 1 w 158
καὶ 5 w 162
οὐδεὶς 1 w 168
ἂν 1 w 170
τολμήσειεν 1 w 180
οὔτε 1 w 184
τὴν 1 w 187
δίκην 1 w 192
τὴν 2 w 195
δεδικασμένην 1 w 207
παραβαίνειν 1 w 218
πιστεύσας 1 w 228
αὑτῷ 1 w 232
ὅτι 1 w 235
οὐκ 1 w 238
ἔνοχός 1 w 244
ἐστιν 2 w 249
οὔτε 2 w 254
ξυνειδὼς 1 w 262
αὑτῷ 2 w 266
τοιοῦτον 1 w 274
ἔργον 1 w 279
εἰργασμένῳ 1 w 289
μὴ 3 w 291
οὐ 3 w 293
χρῆσθαι 2 w 300
τῷ 5 w 302
νόμῳ 2 w 306
ἀνάγκη 2 w 313
δὲ 1 w 315
τῆς 1 w 318
τε 5 w 320
δίκης 1 w 325
νικᾶσθαι 1 w 333
παρὰ 1 w 337
τὸ 1 w 339
ἀληθές 1 w 345
αὐτοῦ 1 w 351
τε 6 w 353
τοῦ 4 w 356
ἀληθοῦς 2 w 363
ἄλλως 1 w 369
τε 7 w 371
καὶ 6 w 374
ἐὰν 2 w 377
μὴ 4 w 379
1 w 380
1 w 381
τιμωρήσων 1 w 390

Dictionary Citations

LSJ

μὴ
b impossibility, impropriety, reluctance, when not negatived, ἄνδρα δʼ οὐκ ἔστι μὴ οὐ κακὸν ἔμμεναι Simon. 5.10; δεινὸν ἐδόκεε εἶναι μὴ οὐ λαβεῖν Hdt. 1.187; ἔστι οὐδεμία μηχανὴ μὴ οὐκ ἀπολωλέναι Id. 2.181, cf. 3.51, 7.5; οὐδεὶς ἂν τολμήσειεν μὴ οὐ χρῆσθαι τῷ νόμῳ Antipho 5.87, cf. Th. 8.60; αἰσχύνη ἦν μὴ οὐ συσπουδάζειν X. An. 2.3.11; αἰσχρόν ἐστι μὴ οὐκ ἄλλας πληγὰς ἐμβάλλειν τῷ υἱεῖ Id. Lac. 6.2; οὐδεὶς οἷός τʼ ἐστὶν ἄλλως λέγων μὴ οὐ ( nemo potest non) καταγέλαστος εἶναι Pl. Grg. 509a: after an implied neg., μὴ οὐχὶ παντὶ τρόπῳ ἐλέγχειν μαλθακοῦ εἶναι ἀνδρός Id. Phd. 85c; μόνῃ τῇ μορφῇ μὴ οὐχὶ πρόβατα εἶναι διαφερόντων Luc. Alex. 15; after ὥστε, E. Fr. 1068, X. Ath. 3.8; μή and μὴ οὐκ in consecutive clauses, Id. Ap. 34: with the Art., οὐκ ἀνέξομαι τὸ μὴ οὐ . . τιμᾶν A. Eu. 914; οὐδείς γέ μʼ ἂν πείσειεν . . τὸ μὴ οὐ . . Ar. Ra. 68, cf. X. HG 5.2.36.
νικάω
3 Pass., to be vanquished, Hom. only in part. νικηθείς (v. supr. I.1); νικᾶσθαι ὕπνῳ, κέρδεσιν, A. Ag. 291, 342; ἡδονῇ S. El. 1272; συμφορᾷ E. Med. 1195; also ὑπὸ τοῦ κακοῦ Th. 2.51; πρὸς ἱμέρου S. Fr. 932.4, etc.: sts. c. gen., ἱμέρου νικώμενος A. Supp. 1005; αὐτῆς <τε> τῆς δίκης . . αὐτοῦ τε τοῦ ἀληθοῦς νικᾶσθαι Antipho 5.87: freq. of persons, νικᾶσθαί τινος, with gen. of comparison, to be inferior, yield to, S. Aj. 1353, E. Med. 315, Cyc. 454; ξείνων νενίκανται θύραι the doors give way to the guests, Pi. N. 9.2; ἢν τοῦτο νικηθῇς ἐμοῦ Ar. Nu. 1087.
παραβαίνω
1 overstep, transgress, τὰ νόμιμα Hdt. 1.65; δίκην A. Ag. 789 (anap.); δίκην τὴν δεδικασμένην Antipho 5.87; εἴ τι τούτων παραβαίνοιμι IG 1(2).15.42, cf. 76.57; θεοῦ νόμον E. Ion 230 (lyr.); οὐ τοὺς νόμους μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν καιρὸν τῆς ἀναρρήσεως καὶ τὸν τόπον Aeschin. 3.204; θεσμούς, ὅρκους, Ar. Av. 331, 332 (both lyr.), cf. Th. 1.78, Lys. 9.15; τὰς σπονδάς Ar. Av. 461: c. acc. pers., π. τινὰ δαιμόνων sin against a god, Hdt. 6.12, cf. D.H. 1.23; οὓς παραβαίνειν αἰσχρόν disappoint, Chor. p.80 B. (cf. V): abs., παραβάντες transgressors, A. Ag. 59 (anap.); ὁ παραβαίνων Arist. Pol. 1325b5:— Pass., to be transgressed or offended against, σπονδὰς . . , ἅς γε ὁ θεὸς . . νομίζει παραβεβάσθαι Th. 1.123; νόμῳ παραβαθέντι Id. 3.67; ἐὰν καὶ ὁτιοῦν παραβαθῇ Id. 4.23; παραβεβασμένοις ὅρκοις D. 17.12; παραβαινομένων abs., as offences were committed, Th. 3.45.