Scaife ATLAS

CTS Library / Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς

Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς (26)

urn:cts:greekLit:tlg0028.tlg001.perseus-grc2:26
Refs {'start': {'reference': '26', 'human_reference': 'Section 26'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

μὲν γὰρ ἑκουσίως καὶ βουλεύσασα τὸν θάνατον ἀπέκτεινεν,[*] δʼ ἀκουσίως καὶ βιαίως ἀπέθανε. πῶς γὰρ οὐ βιαίως ἀπέθανεν, ἄνδρες; ὅς γʼ ἐκπλεῖν ἔμελλεν ἐκ τῆς γῆς τῆσδε, παρά τε ἀνδρὶ φίλῳ αὑτοῦ εἱστιᾶτο· δὲ πέμψασα τὸ φάρμακον καὶ κελεύσασα ἐκείνῳ δοῦναι πιεῖν ἀπέκτεινεν ἡμῶν τὸν πατέρα. πῶς οὖν ταύτην ἐλεεῖν ἄξιόν ἐστιν αἰδοῦς τυγχάνειν παρʼ ὑμῶν ἄλλου του; ἥτις αὐτὴ οὐκ ἠξίωσεν ἐλεῆσαι τὸν ἑαυτῆς ἄνδρα, ἀλλʼ ἀνοσίως καὶ αἰσχρῶς ἀπώλεσεν.

Tokens

1 w 1
μὲν 1 w 4
γὰρ 1 w 7
ἑκουσίως 1 w 15
καὶ 1 w 18
βουλεύσασα 1 w 28
τὸν 1 w 31
θάνατον 1 w 38
ἀπέκτεινεν 1 w 48
ἀπέκτεινεν 2 w 59
add 1 w 62
Reiske 1 w 69
τὸν 2 w 73
θάνατον 2 w 80
del 1 w 83
Franke 1 w 90
1 w 92
δʼ 1 w 94
ἀκουσίως 1 w 102
καὶ 2 w 105
βιαίως 1 w 111
ἀπέθανε 1 w 118
πῶς 1 w 122
γὰρ 2 w 125
οὐ 1 w 127
βιαίως 2 w 133
ἀπέθανεν 1 w 141
1 w 143
ἄνδρες 1 w 149
ὅς 1 w 152
γʼ 1 w 154
ἐκπλεῖν 1 w 161
ἔμελλεν 1 w 168
ἐκ 2 w 170
τῆς 1 w 173
γῆς 1 w 176
τῆσδε 1 w 181
παρά 1 w 186
τε 3 w 188
ἀνδρὶ 1 w 193
φίλῳ 1 w 197
αὑτοῦ 1 w 202
εἱστιᾶτο 1 w 210
2 w 212
δὲ 1 w 214
πέμψασα 1 w 221
τὸ 3 w 223
φάρμακον 1 w 231
καὶ 3 w 234
κελεύσασα 1 w 243
ἐκείνῳ 1 w 249
δοῦναι 1 w 255
πιεῖν 1 w 260
ἀπέκτεινεν 3 w 270
ἡμῶν 1 w 274
τὸν 3 w 277
πατέρα 1 w 283
πῶς 2 w 287
οὖν 1 w 290
ταύτην 1 w 296
ἐλεεῖν 1 w 302
ἄξιόν 1 w 307
ἐστιν 1 w 312
1 w 313
αἰδοῦς 1 w 319
τυγχάνειν 1 w 328
παρʼ 1 w 332
ὑμῶν 1 w 336
2 w 337
ἄλλου 1 w 342
του 1 w 345
ἥτις 1 w 350
αὐτὴ 1 w 354
οὐκ 1 w 357
ἠξίωσεν 1 w 364
ἐλεῆσαι 1 w 371
τὸν 4 w 374
ἑαυτῆς 1 w 380
ἄνδρα 1 w 385
ἀλλʼ 1 w 390
ἀνοσίως 1 w 397
καὶ 4 w 400
αἰσχρῶς 1 w 407
ἀπώλεσεν 1 w 415

Dictionary Citations

LSJ

αἰδώς
2 regard for others, respect, reverence, αἰδοῦς οὐδεμιῆς ἔτυχον Thgn. 1266, cf. E. Heracl. 460; αἰ. τοκέων respect for them, Pi. P. 4.218; τὴν ἐμὴν αἰδῶ respect for me, A. Pers. 699; regard for friends, αἰδοῦς ἀχαλκεύτοισιν ἔζευκται πέδαις E. Fr. 595; esp. regard for the helpless, compassion, αἰδοῦς κῦρσαι S. OC 247; forgiveness, Antipho 1.26, Pl. Lg. 867e (cf. αἰδέομαι II.2).
βίαιος
forcible, violent: Adj. once in Hom., ἔρδειν ἔργα βίαια Od. 2.236, Adv. twice, by force, perforce, κατέδουσι βιαίως οἶκον Ὀδυσσῆος 2.237; γυναιξὶ παρευνάζεσθε βιαίως 22.37; freq. in all writers, ἔργα β. Thgn. 1343; νόμος ἄγει δικαιῶν τὸ βιαιότατον Pi. Fr. 169; of persons, βιαιότατος τῶν πολιτῶν Th. 3.36; χρόνος καταψήχει καὶ τὰ βιαιότατα Simon. 176; β. θάνατος a violent death, Hdt. 7.170, Pl. R. 566b, etc.; β. νόσος S. Ant. 1140 (lyr.); β. ἄνεμος Arist. Mete. 370b9; ἐπάρδευσις Epicur. Ep. 2p.44U. ( Comp.); ὁ πόλεμος β. διδάσκαλος teaches by violence, Th. 3.82; δίκη βιαίων an action for forcible rescue, Harp.; τοῖς β. or τῶν βιαίων ἔνοχος, Lys. 23.12, Pl. Lg. 914e; βιαίων [ἐγκαλεῖ] D. 37.33; τὰ [περὶ] τῶν βιαίων ibid.; συναλλάγματα β., λαθραῖα, obligationes ex delicto, Arist. EN 1131a8; κλοπαῖα καὶ β. Pl. Lg. 934c. Adv. βιαίως, ἀποθανεῖν Antipho 1.26; β. σέλμα σεμνὸν ἡμένων in their irresistible might, A. Ag. 182 (lyr.); χαλεπῶς καὶ β. by struggling and forcing their way, Th. 3.23; firmly, σχεδίας β. ζεύξαντες Plb. 3.46.1: neut. pl. as Adv., A. Supp. 821 (lyr.); πρὸς τὸ β. Id. Ag. 130; ἐκ τοῦ βιαιοτάτου D.H. 10.36.
ἑστιάω
II Pass., with fut. Med. ἑστιάσομαι Pl. R. 345c, Tht. 178d ; later ἑστιᾱθήσομαι Sch. Ar. Ach. 977 : aor. 1 εἱστιάθην Pl. Phdr. 247e, ( συν-) D. 19.190 ; later ἑστιάσασθαι S.E. M. 8.186 : pf. εἱστίᾱμαι Pl. R. 354a, Ion. inf. ἱστιῆσθαι Hdt. 5.20:— to be a guest, be feasted, Id. l.c., Pl. R. 372c ; ἑ. παρὰ ἀνδρὶ φίλῳ Antipho 1.26 : c. acc. rei. feast on.., ἑ. ἐνύπνιον have a visionary feast, ‘feast with the Barmecide’, Ar. V. 1218 ; ἑ. γῆν, τὰ ὄντα, Pl. R. 612a, Phdr. 247e : c. dat., εὐωδίᾳ X. Smp. 2.3 ; λόγοις Ath. 7.275b : metaph., ταῦτά σοι εἱστιάσθω ἐν τοῖς Βενδιδείοις Pl. R. 354a.