Scaife ATLAS

CTS Library / Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς

Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς (20)

urn:cts:greekLit:tlg0028.tlg001.perseus-grc2:20
Refs {'start': {'reference': '20', 'human_reference': 'Section 20'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ ἐκεῖνοι ἐπειδὴ ἀπέσπεισαν, τὸν ἑαυτῶν φονέα μεταχειριζόμενοι ἐκπίνουσιν ὑστάτην πόσιν. μὲν οὖν Φιλόνεως εὐθέως παραχρῆμα ἀποθνῄσκει, δὲ πατὴρ ἡμέτερος εἰς νόσον ἐμπίπτει, ἐξ ἧς καὶ ἀπώλετο εἰκοσταῖος. ἀνθʼ ὧν μὲν διακονήσασα καὶ χειρουργήσασα[*] ἔχει τὰ ἐπίχειρα ὧν ἀξία[*] ἦν, οὐδὲν αἰτία οὖσατῷ γὰρ δημοκοίνῳ τροχισθεῖσα παρεδόθη—, δʼ αἰτία τε ἤδη καὶ ἐνθυμηθεῖσα ἕξει, ἐὰν ὑμεῖς τε καὶ οἱ θεοὶ θέλωσιν.

Tokens

καὶ 1 w 3
ἐκεῖνοι 1 w 10
ἐπειδὴ 1 w 16
ἀπέσπεισαν 1 w 26
τὸν 1 w 30
ἑαυτῶν 1 w 36
φονέα 1 w 41
μεταχειριζόμενοι 1 w 57
ἐκπίνουσιν 1 w 67
ὑστάτην 1 w 74
πόσιν 1 w 79
1 w 81
μὲν 1 w 84
οὖν 1 w 87
Φιλόνεως 1 w 95
εὐθέως 1 w 101
παραχρῆμα 1 w 110
ἀποθνῄσκει 1 w 120
2 w 122
δὲ 1 w 124
πατὴρ 1 w 129
3 w 130
ἡμέτερος 1 w 138
εἰς 1 w 141
νόσον 1 w 146
ἐμπίπτει 1 w 154
ἐξ 1 w 157
ἧς 1 w 159
καὶ 2 w 162
ἀπώλετο 1 w 169
εἰκοσταῖος 1 w 179
ἀνθʼ 1 w 184
ὧν 1 w 186
2 w 187
μὲν 2 w 190
διακονήσασα 1 w 201
καὶ 3 w 204
χειρουργήσασα 1 w 217
καὶ 4 w 220
χειρουργήσασα 2 w 233
huc 1 w 236
transposuit 1 w 247
Blass 1 w 252
post 1 w 257
ἐθυμηθεῖσα 1 w 267
ἔχει 1 w 271
τὰ 1 w 273
ἐπίχειρα 1 w 281
ὧν 2 w 283
ἀξία 1 w 287
habent 1 w 293
codd 1 w 297
ἦν 1 w 300
οὐδὲν 1 w 306
αἰτία 1 w 311
οὖσα 1 w 315
τῷ 1 w 318
γὰρ 1 w 321
δημοκοίνῳ 1 w 330
τροχισθεῖσα 1 w 341
παρεδόθη 1 w 349
3 w 352
δʼ 1 w 354
αἰτία 2 w 359
τε 3 w 361
ἤδη 1 w 364
καὶ 5 w 367
ἐνθυμηθεῖσα 1 w 378
ἕξει 1 w 382
ἐὰν 1 w 386
ὑμεῖς 1 w 391
τε 4 w 393
καὶ 6 w 396
οἱ 1 w 398
θεοὶ 1 w 402
θέλωσιν 1 w 409

Dictionary Citations

LSJ

ἀποσπένδω
pour out wine, as a drink-offering, at sacrifices, εὔχετʼ ἀποσπένδων Od. 3.394; ὤμοσʼ ἀποσπένδων 14.331; ἀ. μέθυ E. Ion 1198, cf. Antipho 1.20; τινί Pl. Phd. 117b:— Pass., AP 5.54 ( Diosc.).
δημόκοινος
executioner, S. Fr. 780, Antipho 1.20, Isoc. 17.15.
εἰκοσταῖος
on the twentieth day, Hp. Prog. 15, Antipho 1.20; εἰκοσταῖοί ἐσμεν ἀφʼ οὗ ἐγδημοῦμεν PLond.ined. 2090 (iii B. C.).
ἐκπίνω
drink out or off, quaff liquor, Hom. only in Od., in Ep. aor., [ποτὸν] ἔκπῐεν 9.353 ; ἔκπιον [οἶνον] 10.237 : pf. Pass., ὅσσα τοι ἐκπέποται 22.56, cf. Hdt. 4.199 ; ἐκπίνουσʼ ἀεὶ ψυχῆς..αἷμα S. El. 785 ; διʼ αἵματʼ ἐκποθένθʼ ὑπὸ χθονός A. Ch. 66 (lyr.); ἐκπίνειν ὑστάτην πόσιν Antipho 1.20 ; also of bugs, ticks, and the like, drain, τὴν ψυχὴν ἐ. Ar. Nu. 712 ; τὸ αἷμα Arist. Rh. 1393b31 :— Pass., σῶμα..ἐξεπόθη IG 14.2002.
ἐμπίπτω
b fall into, ἐ. ἐν ἀπορίᾳ Id. Euthd. 293a; ἐπὶ συμφορήν Hdt. 7.88; more freq. ἐ. εἰς . ., ἐ. εἰς ἄτας S. El. 216 (lyr.); εἰς βάρβαρα φάσγανα E. Hel. 864; εἰς ἐνέδραν X. Cyr. 8.5.14; εἰς ἔρωτα Antiph. 235.3; εἰς νόσον Antipho 1.20; εἰς ὑποψίας Id. 2.2.3; εἰς φαῦλον σκέμμα Pl. R. 435c; εἴς τινα βυθὸν φλυαρίας Id. Prm. 130d; εἰς πράγματα D. 18.292; ἐ. εἰς τὰ πεπραγμένα, in speaking, come upon the exploits, ib. 211; εἰς λόγους ib. 42, cf. 59.
ἐπίχειρον
2 punishment, τοιαῦτα τῆς ὑψηγόρου γλώσσης.. τἀπίχειρα γίγνεται A. Pr. 321, cf. Antipho 1.20, Arr. Epict. 3.24.24, Ph. 1.512, etc.; τῆς προπετείας πικρὰ κομίζονται τἀ. Phld. Ir. p.32 W.; ξιφέων ἐ. λαχοῦσα the wages of the sword, i.e. slaughter by it, S. Ant. 820 (lyr.). (Sts. written ἐπιχείρια in codd., vulg. in Hp. Praec. 1.)
εὐθύς
C Adv. εὐθέως, used just as εὐθύς, S. Aj. 31, OC 994, E. Fr. 31, Pl. Phd. 63a, etc.; αἰσθόμενος εὐθέως as soon as he perceived, Lys. 3.11; ἐπεὶ εὐθέως ᾔσθοντο X. HG 3.2.4; εὐθέως παραχρῆμα Antipho 1.20, D. 52.6.
μεταχειρίζω
5 deal with, τὸν ἑαυτῶν φονέα -όμενοι Antipho 1.20: usu. with Adv. added, handle, treat, χαλεπῶς τινας μ. Th. 7.87:— Med., τινὰς ὠμῶς μεταχειρίζεσθαι D. 24.171 (so ὡς ἀλυπότατα μ. πάθος Lys. 24.10); treat, of physicians, Pl. R. 408d.
νόσος
sickness, disease, plague, νοῦσον ἀνὰ στρατὸν ὦρσε κακήν (sc. Apollo), ὀλέκοντο δὲ λαοί Il. 1.10; νοῦσόν γʼ οὔ πως ἔστι Διὸς μεγάλου ἀλέασθαι Od. 9.411; δολιχὴ ν. 11.172; νοῦσοι ἀργαλέαι Hes. Op. 92:— Phrases: ἐς ν. πεσεῖν A. Pr. 473; ἐς ν. ἐμπίπτειν Antipho 1.20; νόσον ἐμπεπτωκέναι τοῖς κτήνεσιν X. Cyr. 8.3.41; μοι ν. ἐπήλυθεν Od. 11.200; νόσῳ ληφθέντι S. Tr. 445; κάμνειν νόσον, ὑπὸ νόσου, v. κάμνω; ἀσθενεῖν ταύτην τὴν νόσον Isoc. 19.24; ἐκ τῆς νούσου ἀνέστη Hdt. 1.22; θήλεα ν. ib. 105, cf. Hdn. 4.12.2; ἱερὰ νόσος, v. ἱερός IV.8: ν. defined, Gal. 7.43.
παραχρῆμα
on the spot, forthwith, Hdt. 3.15, 7.150, Lys. 25.17, etc.; πάλαι τε καὶ οἱ πλεῖστοι π. Th. 7.75 ; εἰ καὶ μὴ π., ἀλλʼ ὀλίγον ὕστερον Isoc. 18.64 ; ταχέως καὶ π. Cratin. 6 ; at the moment, π. τέρψασαι Critias 6.23 (nisi divisim scribendum) ; τὰ π. the present, opp. τὰ μέλλοντα, Th. 1.138 ; ἡ π. ἀνάγκη present necessity, Id. 2.17 ; τὸ π. περιχαρές ib. 51 ; τὸ π. περιδεές Id. 8.1 ; τὸ π. ἡδύ immediate pleasure, Pl. Prt. 356a ; αἱ π. ἡδοναί Antipho Soph. 58 : with the Art., τὸ π. Hdt. 6.11, etc.; ἐκ τοῦ π. λέγειν to speak offhand, Pl. Cra. 399d, cf. D. 1.1 ; ἐκ τοῦ π. στρατεύεσθαι X. HG 6.4.11 ; αἱ ἐκ τοῦ π. ἡδοναί Id. Mem. 2.1.20 ; λέγειν ἀπὸ τοῦ π. Id. HG 1.1.30 ; ἐν τῷ π. Antipho 5.73, Pl. R. 455a, etc.; ἐς τὸ π. ἀκούειν Th. 1.22 ; ἀσθενεῖς εἰς τὸ π. γίγνονται Pl. Lg. 646c.—More freq. in Hdt. and Att. Prose than in later writers (hence expld. by Hsch. παραχρῆμα· παραυτίκα . . , εὐθέως), cf. Call. Fr. 106.3, SIG 577.12 ( Milet., iii/ii B. C.), Plu. Cam. 42 ; νόμοι ἐκ τοῦ π. κείμενοι Jul. ad Them. 262a (8) ; ἐκ τοῦ π. εἰπεῖν Plu. Lib.educ. 2.6e, cf. Longin. 18.2 ; ἐν τῷ π. Aristid. 2.407 J. :—hence Cobet treats ἄρτι, εὐθύς, εὐθέως, when joined with παραχρῆμα as glosses, π. ἄρτι X. HG 1.4.14 ; εὐθέως π. Antipho 1.20 ; εὐθὺς π. Is. 1.11, Din. 1.94, D. 48.40.
πόσις
2 draught, αἷμα πίεται τρίτην πόσιν A. Ch. 578; ἐκπίνειν ὑστάτην π. Antipho 1.20; πόσις φαρμάκου Id. 6.22.
τροχίζω
break on the wheel, torture, D.S. 20.71, AP 5.180 ( Asclep.) :— Pass., Antipho 1.20, Arist. EN 1153b19; = ὑπὸ τροχοῦ κατατμηθῆναι ἢ καταθραυσθῆναι, Phryn. PS p.114B.
φονεύς
slayer, Il. l.c., 18.335, Od. 24.434, Hdt. 1.45, etc.; δικαιοτάτου δὲ φονῆος Pisand. 10; τῷ φονεῖ τἀδελφοῦ τὴν δεξιὰν δέδωκε Arist. Ath. 18.6.; αὐτόχειρας καὶ φονέας Isoc. 4.111; φονέας αὑτῶν self- murderers, Lys. l.c.; τοσούτῳ μᾶλλον φονεύς ἐστιν is so much more justly accounted a murderer, Antipho 4.3.3; οὐχὶ τὴν ἐμὴν φονέα νομίζων χεῖρα E. IT 586; ἀκουσίως τινὸς φ. γενέσθαι Pl. R. 451a; of the sword on which Ajax had thrown himself, S. Aj. 1026: as fem., μητέρα φονέα οὖσαν Antipho 1.3 ( ὁ φ., even of a woman, ib. 20).
χειρουργέω
do with the hand, execute, διακονήσασα καὶ χειρουργήσασα Antipho 1.20; esp. of acts of violence, νεανίσκοι, οἷς ἐχρῶντο εἴ τί που δέοι χειρουργεῖν Th. 8.69, cf. Aeschin. 2.117.