Scaife ATLAS

CTS Library / Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς

Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς (19)

urn:cts:greekLit:tlg0028.tlg001.perseus-grc2:19
Refs {'start': {'reference': '19', 'human_reference': 'Section 19'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

δὲ παλλακὴ τοῦ Φιλόνεω τὴν σπονδὴν ἅμα ἐγχέουσα ἐκείνοις εὐχομένοις οὐκ ἔμελλε τελεῖσθαι, ἄνδρες, ἐνέχει τὸ φάρμακον. καὶ ἅμα οἰομένη δεξιὸν ποιεῖν πλέον[*] δίδωσι τῷ Φιλόνεῳ, ἴσως ὡς,[*] εἰ δοίη πλέον, μᾶλλον φιλησομένη ὑπὸ τοῦ Φιλόνεω· οὔπω γὰρ ᾔδει ὑπὸ τῆς μητρυιᾶς τῆς ἐμῆς ἐξαπατωμένη, πρὶν ἐν τῷ κακῷ ἤδη ἦν· τῷ δὲ πατρὶ τῷ ἡμετέρῳ ἔλασσον ἐνέχει.

Tokens

1 w 1
δὲ 1 w 3
παλλακὴ 1 w 10
τοῦ 1 w 13
Φιλόνεω 1 w 20
τὴν 1 w 23
σπονδὴν 1 w 30
ἅμα 1 w 33
ἐγχέουσα 1 w 41
ἐκείνοις 1 w 49
εὐχομένοις 1 w 59
1 w 60
οὐκ 1 w 63
ἔμελλε 1 w 69
τελεῖσθαι 1 w 78
1 w 80
ἄνδρες 1 w 86
ἐνέχει 1 w 93
τὸ 1 w 95
φάρμακον 1 w 103
καὶ 1 w 107
ἅμα 2 w 110
οἰομένη 1 w 117
δεξιὸν 1 w 123
ποιεῖν 1 w 129
πλέον 1 w 134
ἀξία 1 w 138
ἄξια 1 w 143
Blass 1 w 148
οὐκ 2 w 152
ἀξία 2 w 156
Reutzel 1 w 163
δίδωσι 1 w 170
τῷ 1 w 172
Φιλόνεῳ 1 w 179
ἴσως 1 w 184
ὡς 1 w 186
ὡς 2 w 189
add 1 w 192
Pahle 1 w 198
εἰ 1 w 201
δοίη 1 w 205
πλέον 2 w 210
μᾶλλον 1 w 217
φιλησομένη 1 w 227
ὑπὸ 1 w 230
τοῦ 2 w 233
Φιλόνεω 2 w 240
οὔπω 1 w 245
γὰρ 1 w 248
ᾔδει 1 w 252
ὑπὸ 2 w 255
τῆς 1 w 258
μητρυιᾶς 1 w 266
τῆς 2 w 269
ἐμῆς 1 w 273
ἐξαπατωμένη 1 w 284
πρὶν 1 w 289
ἐν 2 w 291
τῷ 2 w 293
κακῷ 1 w 297
ἤδη 1 w 300
ἦν 1 w 302
τῷ 3 w 305
δὲ 2 w 307
πατρὶ 1 w 312
τῷ 4 w 314
ἡμετέρῳ 1 w 321
ἔλασσον 1 w 328
ἐνέχει 2 w 334

Dictionary Citations

LSJ

δεξιός
IV dexterous, ready, skilful, clever, Pi. I. 5(4).61, Ar. Nu. 428, 834, al., Th. 3.82, etc.; δεξιὸν ποιεῖν a clever thing, Antipho 1.19; Εὐριπίδου δρᾶμα δεξιώτατον Stratt. 1; δ. περὶ τὰς δίκας Pl. Hipparch. 225c. Adv. -ιῶς Antiph. 229.2; δ. ἔχειν πρός τι Plu. QConv. 2.660a; δ. φέρειν in the right spirit, Phld. Lib. pp. 18,41 O.: Sup. δεξιώτατα Ar. Nu. 148.
ἐγχέω
pour in, ἐν δʼ οἶνον ἔχευεν Od. 3.40, 6.77; μέθυ . . ἐγχείῃ δεπάεσσι 9.10; ἔγχεε κέρναις ἔνα καὶ δύο Alc. 41.4; οἶνον ἐς κύλικα Hdt. 4.70; ὄξος τʼ ἄλειφά τʼ ἐγχέας ταὐτῷ κύτει A. Ag. 322; φάρμακα X. Cyr. 1.3.9; κἂν οἶνόν μοι μὴ ʼγχῃς σὺ πιεῖν Ar. V. 616; ἐγχεῖν alone, fill the cup, τοῖς νεανίσκοις ἐγχεῖν ἐκέλευε X. An. 4.3.13, cf. Pl. Smp. 214a: c. gen., in honour of, τινός Call. Epigr. 31, AP 5.135, 136 ( Mel.): also c. dat., ἔγχει καὶ Κήδωνι Scol. 27; ἐγχεῖν σπονδήν pour in wine for a libation, Ar. Pax 1102, Antipho 1.19:— Med., ὕδωρ δʼ ἐνεχεύατο πουλύ (with no med. sense) Od. 19.387; but in strict sense of Med., pour in wine for oneself, fill oneʼs cup, Ar. V. 617; εἰς τὴν χεῖρα ἐγχέασθαι pour [wine] into oneʼs own hand, X. Cyr. 1.3.9; ποτὸν ἐγχεῖσθαι Id. Smp. 2.26.
ἐξαπατάω
deceive or beguile, deceive thoroughly, εἴτινά που . . ἔτι ἔλπεται ἐξαπατήσειν Il. 9.371, cf. Od. 9.414, Pi. O. 1.29, Hdt. 1.153, Ar. V. 901, etc.; ἐ. τινὰ φρένας Id. Pax 1099 (hexam.); ἐ. καὶ φενακίζειν D. 21.204; seduce a woman, Hdt. 2.114: c. dupl. acc., ἐ. τινά τι in a thing, X. Cyr. 3.1.19; also ἐ. ἐπὶ τοῖς ἰδίοις συμβολαίοις Isoc. 10.7; περὶ σαυτὸν ποιεῖσθαι . . ἐφʼ οἷς ἐξαπατᾷς ἔλεον surround yourself with compassion for your swindling tricks, D. 21.196; ἐ. τινὰ ὡς . . cheat him into believing that . ., X. An. 5.7.6, cf. Pl. Cra. 413d; ἐ. νόσον beguile or assuage it, Luc. Nigr. 7:— Pass., ὡς ἐξαπατηθείς Hdt. 9.94; ἐνόμιζον ἐξηπατῆσθαι Th. 5.42; ᾔδει ὑπὸ τῆς μητρυιᾶς ἐξαπατωμένη Antipho 1.19; τὸ δεῖπνον ἐξαπατώμενος Ar. V. 60; ἐ. ἀπάτην Plot. 2.9.6:— Med. like Act., f.l. in Pl. Cra. 439c.
πρίν
a οὐκ ἦν ἀλέξημʼ οὐδὲν . . , πρίν γʼ ἐγώ σφισιν ἔδειξα A. Pr. 481; οὐ πρότερον ἀπανέστη . . Μαρδόνιος, πρὶν ἤ σφεας ὑποχειρίους ἐποιήσατο Hdt. 6.45; ἀλλʼ οὐδʼ ὣς . . ἠξίωσαν νεώτερόν τι ποιεῖν ἐς αὐτόν . . , πρίν γε δὴ αὐτοῖς . . μηνυτὴς γίγνεται (histor. pres. = aor.) Th. 1.132, cf. 3.101, 5.61, Hdt. 6.79, Ar. Av. 700, X. Cyr. 1.4.23, 4.5.13 (histor. pres.), HG 5.4.58, etc.; once in Pl., Phdr. 266a; as part of an unfulfilled condition, οὐκ ἂν κατέσχε δῆμον οὐδʼ ἐπαύσατο π. ἀνταράξας πῖαρ ἐξεῖλεν γάλα Sol. ap. Arist. Ath. 12.5; οὐκ ἂν ἐσκεψάμεθα πρότερον . . , πρὶν ἐζητήσαμεν Pl. Men. 86d, cf. Tht. 165e; χρῆν τοίνυν Λεπτίνην μὴ πρότερον τιθέναι τὸν ἑαυτοῦ νόμον, πρὶν τοῦτον ἔλυσε γραψάμενος D. 20.96; after verbs implying a neg., ἀμφιγνοεῖν X. An. 2.5.33, θαυμάζειν Th. 1.51, λανθάνειν Id. 3.29; also with impf., οὔπω ᾔδει . . π. ἐν τῷ κακῷ ἦν Antipho 1.19, cf. And. 4.17, D. 9.61.
σπονδή
drink-offering, of wine poured out to the gods before drinking, σπονδῇσι θύεσσί τε ἱλάσκεσθαι Hes. Op. 338; οὐ σπονδῇ χρέωνται [οἱ Πέρσαι] Hdt. 1.132; ἦν δὲ κἀμπέλου σπονδή S. Fr. 398; σπονδὴ θεοῦ a drink-offering to a god, E. Cyc. 469; ἔγχει δὴ σπονδήν Ar. Pax 1102, cf. Antipho 1.19, Berl.Sitzb. 1927.169 ( Cyrene); σ. ἐγκανάξαι Ar. Eq. 106; σπονδὰς θεοῖς λείβειν, σπεῖσαι, A. Supp. 982, E. El. 511; Διοσκόρων μέτα σπονδῶν μεθέξεις Id. Hel. 1668, cf. Ba. 45; σπονδὰς ποιεῖσθαι, ποιεῖν, Antipho 1.18, Men. 273, etc.; τρίτας σπονδὰς ποιήσαντες (where pl. is used of a single libation) X. Cyr. 2.3.1, cf. τριτόσπονδος; σπονδὴ σπονδή· εὐφημεῖτε εὐφημεῖτε Ar. Pax 433; σπονδῶν μετεῖχε καὶ εὐχῶν D. 19.128; περὶ σπονδὰς καὶ κύλικας εἶχον were engaged in feasting, Hdn. 4.11.4; of the rites of hospitality, D. 19.189.