4
humble, insignificant, S. OC 880; τὸν μὲν ἀφʼ ὑψηλῶν βραχὺν ᾤκισε E. Heracl. 613; β. τὴν διάνοιαν J. AJ 12.4.1; of things, petty, trifling, ἀρχὴ β. ἐλπίδος S. OT 121; χάρις Id. Tr. 1217; πρόφασις E. IA 1180; β. τις ἀσάφεια a slight obscurity, Gal. 18(1).304; λυπεῖν τινὰ βραχύ, opp. μέγʼ εὑρεῖν κέρδος, S. El. 1304; οὐ περὶ βραχέων βουλεύεσθαι Th. 1.78, cf. 140; β. καὶ οὐδενὸς ἄξιον Id. 8.76; β. κέρδους ἕνεκα Lys. 7.17; οὐσία Is. 10.25: neut. as Adv., βραχὺ φροντίζειν τινός think lightly of, D. 17.4.
advance with an army or fleet, wage war, or rulers, officers, or men, Κροῖσος ἐνένωτο -εύειν ἐπὶ τοὺς Πέρσας Hdt. 1.77; Θηβαῖοι . . ἐστράτευον ἐπὶ τοὺς Πλαταιέας Id. 6.108, cf. 7 (v.l.), Th. 3.7, OGI 327.2 ( Pergam., ii B.C.), etc.; οἱ Ἀθηναῖοι -εύσαντες ἐς Πλάταιαν Th. 2.6; Καρχηδόνιοι -εύσαντες ἐπὶ Σικελίαν X. HG 1.1.37; εἰς Σικελίαν -εύσαντες ib. 1.5.21; ἐστράτευσαν πρὸς Ἄβυδον ib. 1.2.16; σ. ὅποι Κῦρος ἐπαγγέλλοι Id. Cyr. 7.4.9: c. acc. cogn., οἶσθʼ ἣν στρατείαν ἐστράτευσʼ ὀλεθρίαν (sc. ἐγὼ Ἄδραστος) E. Supp. 116; Λακεδαιμόνιοι . . τὸν ἱερὸν καλούμενον πόλεμον ἐστράτευσαν Th. 1.112; metaph., ἑνὸς δʼ ἐπʼ ἀνδρὸς δώματα στρατεύομεν (Iris et Lyssa loq.) E. HF 825 (nisi leg. σῶμα συστρατεύομεν):—so in Med., στρατεύομαι Hdt. 7.61, etc.: fut. -εύσομαι ib. 11, D. 8.23: aor. ἐστρατευσάμην Hdt. 1.204, S. Aj. 1111, Isoc. 5.144, etc.; also ἐστρατεύθην Pi. P. 1.51, Apollod. 1.9.13: pf. ἐστράτευμαι Is. 4.29, etc.; Boeot. 3 pl. pf. Med. ἐστροτεύαθη IG 7.3174.27 (Orchom. Boeot.), al.: εἰ μὴ στρατεύοισθʼ ἐς τὸν Ἑλλήνων τόπον A. Pers. 790; -εύσονται ἐπὶ τὴν ἡμετέρην [Ἀθηναῖοι] Hdt. 7.11; οἱ δὲ -ευόμενοι οἵδε ἦσαν, Πέρσαι μέν . . ib. 61, cf. 64, 66, al.; ἐστρατευμένοι γάρ εἰσι they have been soldiers, have seen war-service, Ar. Ra. 1113, cf. IG 1(2).1.3, 18.9, Lys. 9.4; ψιλὸς αὖ στρατεύσομαι Ar. Th. 232, cf. Eup. 117.8; ὁπλίτης σ. X. Mem. 3.4.1; ἐκ καταλόγου σ. ibid.; ὅταν ἡλικίαν ἐκπέμπωσι προγράφουσιν ἀπὸ τίνος ἄρχοντος καὶ ἐπωνύμου μέχρι τίνων δεῖ στρατεύεσθαι Arist. Ath. 53.7; σφι ἐδόκεε -εύεσθαι ἐπὶ τὰς Θήβας Hdt. 9.86; ἐπὶ τοῦ κρυστάλλου -εύονται . . πέρην ἐς τοὺς Σίνδους Id. 4.28; σ. μετά τινων E. IA 967; ὑπὲρ τῆς πόλεως Pl. R. 429b; τῆς σῆς οὕνεκʼ . . γυναικός S. Aj. 1111; ὑπό τινι Plu. Cam. 2; ἐπʼ Αἴγυπτον Hdt. 3.139; ἐς τὴν Ἀσίην Id. 1.4, cf. And. 3.30, etc.; κατὰ Ἐφεσίων OGI 437.70 ( Pergam., i B.C.); πρὸς τὴν τῶν Ὀλυνθίων πόλιν X. HG 5.3.3; μισθοῦ σ. Id. Cyr. 3.2.7; πανδημεὶ ἔξω σ. Pl. Lg. 814a; opp. ἐπιδημεῖν, Lys. 20.21; opp. δημηγορεῖν, And. 4.22; στρατευσάμενος,= a militiis, IG 14.716 ( Naples): c. acc. cogn., τὰς στρατείας -ευόμενος Is. 10.25.