Scaife ATLAS

CTS Library / Πρὸς Ξεναίνετον περὶ τοῦ Ἀριστάρχου κλήρου

Πρὸς Ξεναίνετον περὶ τοῦ Ἀριστάρχου κλήρου (25)

urn:cts:greekLit:tlg0017.tlg010.perseus-grc2:25
Refs {'start': {'reference': '25', 'human_reference': 'Section 25'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἀλλὰ γάρ, ἄνδρες, οὐχ ἱκανόν ἐστι Ξεναινέτῳ τὸν Ἀριστομένους οἶκον καταπεπαιδεραστηκέναι, ἀλλὰ καὶ τοῦτον οἴεται δεῖν τὸν αὐτὸν τρόπον διαθεῖναι. ἐγὼ δʼ, ἄνδρες δικασταί, βραχείας οὐσίας ὑπαρξάσης ἀδελφὰς μὲν ἐξέδωκα, ὅσα ἐδυνάμην ἐπιδούς, κόσμιον δʼ[*] ἐμαυτὸν παρέχων καὶ ποιῶν τὰ προσταττόμενα καὶ τὰς στρατείας στρατευόμενος ἀξιῶ τῶν τῆς μητρὸς πατρῴων μὴ ἀποστερηθῆναι.

Tokens

ἀλλὰ 1 w 4
γάρ 1 w 7
1 w 9
ἄνδρες 1 w 15
οὐχ 1 w 19
ἱκανόν 1 w 25
ἐστι 1 w 29
Ξεναινέτῳ 1 w 38
τὸν 1 w 41
Ἀριστομένους 1 w 53
οἶκον 1 w 58
καταπεπαιδεραστηκέναι 1 w 79
ἀλλὰ 2 w 84
καὶ 1 w 87
τοῦτον 1 w 93
οἴεται 1 w 99
δεῖν 1 w 103
τὸν 2 w 106
αὐτὸν 1 w 111
τρόπον 1 w 117
διαθεῖναι 1 w 126
ἐγὼ 1 w 130
δʼ 1 w 132
2 w 134
ἄνδρες 2 w 140
δικασταί 1 w 148
βραχείας 1 w 157
οὐσίας 1 w 163
ὑπαρξάσης 1 w 172
ἀδελφὰς 1 w 179
μὲν 1 w 182
ἐξέδωκα 1 w 189
ὅσα 1 w 193
ἐδυνάμην 1 w 201
ἐπιδούς 1 w 208
κόσμιον 1 w 216
δʼ 2 w 218
κόσμιον 2 w 225
δʼ 3 w 227
Reiske 1 w 233
κόσμιόν 1 w 241
τʼ 1 w 243
ἐμαυτὸν 1 w 251
παρέχων 1 w 258
καὶ 2 w 261
ποιῶν 1 w 266
τὰ 1 w 268
προσταττόμενα 1 w 281
καὶ 3 w 284
τὰς 1 w 287
στρατείας 1 w 296
στρατευόμενος 1 w 309
ἀξιῶ 1 w 313
τῶν 1 w 316
τῆς 1 w 319
μητρὸς 1 w 325
πατρῴων 1 w 332
μὴ 1 w 334
ἀποστερηθῆναι 1 w 347

Dictionary Citations

LSJ

βραχύς
4 humble, insignificant, S. OC 880; τὸν μὲν ἀφʼ ὑψηλῶν βραχὺν ᾤκισε E. Heracl. 613; β. τὴν διάνοιαν J. AJ 12.4.1; of things, petty, trifling, ἀρχὴ β. ἐλπίδος S. OT 121; χάρις Id. Tr. 1217; πρόφασις E. IA 1180; β. τις ἀσάφεια a slight obscurity, Gal. 18(1).304; λυπεῖν τινὰ βραχύ, opp. μέγʼ εὑρεῖν κέρδος, S. El. 1304; οὐ περὶ βραχέων βουλεύεσθαι Th. 1.78, cf. 140; β. καὶ οὐδενὸς ἄξιον Id. 8.76; β. κέρδους ἕνεκα Lys. 7.17; οὐσία Is. 10.25: neut. as Adv., βραχὺ φροντίζειν τινός think lightly of, D. 17.4.
καταπαιδεραστέω
waste in παιδεραστία, οἶκον Is. 10.25.
στρατεύω
advance with an army or fleet, wage war, or rulers, officers, or men, Κροῖσος ἐνένωτο -εύειν ἐπὶ τοὺς Πέρσας Hdt. 1.77; Θηβαῖοι . . ἐστράτευον ἐπὶ τοὺς Πλαταιέας Id. 6.108, cf. 7 (v.l.), Th. 3.7, OGI 327.2 ( Pergam., ii B.C.), etc.; οἱ Ἀθηναῖοι -εύσαντες ἐς Πλάταιαν Th. 2.6; Καρχηδόνιοι -εύσαντες ἐπὶ Σικελίαν X. HG 1.1.37; εἰς Σικελίαν -εύσαντες ib. 1.5.21; ἐστράτευσαν πρὸς Ἄβυδον ib. 1.2.16; σ. ὅποι Κῦρος ἐπαγγέλλοι Id. Cyr. 7.4.9: c. acc. cogn., οἶσθʼ ἣν στρατείαν ἐστράτευσʼ ὀλεθρίαν (sc. ἐγὼ Ἄδραστος) E. Supp. 116; Λακεδαιμόνιοι . . τὸν ἱερὸν καλούμενον πόλεμον ἐστράτευσαν Th. 1.112; metaph., ἑνὸς δʼ ἐπʼ ἀνδρὸς δώματα στρατεύομεν (Iris et Lyssa loq.) E. HF 825 (nisi leg. σῶμα συστρατεύομεν):—so in Med., στρατεύομαι Hdt. 7.61, etc.: fut. -εύσομαι ib. 11, D. 8.23: aor. ἐστρατευσάμην Hdt. 1.204, S. Aj. 1111, Isoc. 5.144, etc.; also ἐστρατεύθην Pi. P. 1.51, Apollod. 1.9.13: pf. ἐστράτευμαι Is. 4.29, etc.; Boeot. 3 pl. pf. Med. ἐστροτεύαθη IG 7.3174.27 (Orchom. Boeot.), al.: εἰ μὴ στρατεύοισθʼ ἐς τὸν Ἑλλήνων τόπον A. Pers. 790; -εύσονται ἐπὶ τὴν ἡμετέρην [Ἀθηναῖοι] Hdt. 7.11; οἱ δὲ -ευόμενοι οἵδε ἦσαν, Πέρσαι μέν . . ib. 61, cf. 64, 66, al.; ἐστρατευμένοι γάρ εἰσι they have been soldiers, have seen war-service, Ar. Ra. 1113, cf. IG 1(2).1.3, 18.9, Lys. 9.4; ψιλὸς αὖ στρατεύσομαι Ar. Th. 232, cf. Eup. 117.8; ὁπλίτης σ. X. Mem. 3.4.1; ἐκ καταλόγου σ. ibid.; ὅταν ἡλικίαν ἐκπέμπωσι προγράφουσιν ἀπὸ τίνος ἄρχοντος καὶ ἐπωνύμου μέχρι τίνων δεῖ στρατεύεσθαι Arist. Ath. 53.7; σφι ἐδόκεε -εύεσθαι ἐπὶ τὰς Θήβας Hdt. 9.86; ἐπὶ τοῦ κρυστάλλου -εύονται . . πέρην ἐς τοὺς Σίνδους Id. 4.28; σ. μετά τινων E. IA 967; ὑπὲρ τῆς πόλεως Pl. R. 429b; τῆς σῆς οὕνεκʼ . . γυναικός S. Aj. 1111; ὑπό τινι Plu. Cam. 2; ἐπʼ Αἴγυπτον Hdt. 3.139; ἐς τὴν Ἀσίην Id. 1.4, cf. And. 3.30, etc.; κατὰ Ἐφεσίων OGI 437.70 ( Pergam., i B.C.); πρὸς τὴν τῶν Ὀλυνθίων πόλιν X. HG 5.3.3; μισθοῦ σ. Id. Cyr. 3.2.7; πανδημεὶ ἔξω σ. Pl. Lg. 814a; opp. ἐπιδημεῖν, Lys. 20.21; opp. δημηγορεῖν, And. 4.22; στρατευσάμενος,= a militiis, IG 14.716 ( Naples): c. acc. cogn., τὰς στρατείας -ευόμενος Is. 10.25.