care bestowed upon a thing, attention paid to it, and abs., attention, diligence, Prose word, once in Hdt. (v. infr.), freq. in Th., X., etc.: in pl., pains, X. Cyr. 1.6.4, etc.: c.gen.objecti, ἐ. τοῦ ναυτικοῦ, οἰκείων καὶ πολιτικῶν, Th. 2.39, 40; τῶν ἔργων Id. 3.46; τῶν πραγμάτων And. 2.13; τῶν κοινῶν Isoc. 7.25; τῶν καμνόντων Pl. Lg. 720d (hence, of medical treatment, S.E. P. 2.240); πλήθους γεννημάτων Pl. Lg. 740d; also περί τινος τὴν ἐ. ποιεῖσθαι Th. 7.56; περὶ τοὺς νέους Lycurg. 106; πρὸς τοὺς θεούς, πρὸς τὴν πόλιν, D. 22.78, Pl. Lg. 754b; εἰς τὰ ἀναγκαῖα Posidon. 8J.; ἐπιμέλειάν τινος ποιεῖσθαι, ἔχειν, Hdt. 6.105, Th. 6.41, Arist. Pol. 1330b11, D. 61.43, cf. Pl. R. 451d; opp. ἐπιμελείας τυγχάνειν to have attention paid to one, Isoc. 6.154, cf. POxy. 58.22 (iii A.D.), etc.; ἐ. παρὰ τοῦ δαιμονίου Hyp. Epit. 43; διʼ ἐπιμελείας ἔχειν τινά Is. 7.14; ἐπιμελείᾳ, κατʼ ἐπιμέλειαν, with diligence, X. Cyr. 5.3.47, HG 4.4.8; διʼ ἐπιμελείας θεοῦ ἡ ἀτυχία γίγνεται Antipho 3.3.8; μετὰ πάσης ἐ. X.Eph. 2.10.
2
prime of life, manhood, ἐν ἁλικίᾳ πρώτᾳ Pi. N. 9.42; αὐτὴ ἡ ἡ. τῶν νέων κατέκρινε Antipho 4.4.2; ἡλικίαν ἔχειν, εἰς ἡ. ἐλθεῖν, ἀφικέσθαι, Pl. Euthd. 306d, Tht. 142d, Men. 89b; ἡλικίην ἔχειν c. inf., to be of fit age for doing, Hdt. 1.209, cf. Pl. Tht. 146b; ἡλικίας μετέχειν Th. 7.60; οἱ ἐν τῇ ἡλικίᾳ men of military age, Id. 8.75; ἐν ἡλικίᾳ στρατεύεσθαι D. 4.7; ἐστρατευμένος ἁπάσας τὰς ἐν ἡλικίᾳ στρατείας Id. 21.95; οἱ τῆς ἡ. ἐντὸς γεγονότες Lys. 2.50; ἡ καθεστηκυῖα ἡ. maturity, Th. 2.36, cf. IG 12(7).239.21 ( Amorgos); of women, womanhood, marriageable age, Hp. Prorrh. 2.30, D. 59.22; αἱ ἐν ἡ. γυναῖκες Pl. R. 461b; τὴν ἡλικίαν τὴν ἑαντοῦ καταμεμψάμενος Is. 7.14: in pl., οἱ ταῖς ἡ. οὐ καλῶς κεχρημένοι Aeschin. 1.194.