Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τοῦ Απολλοδώρου κλήρου

Περὶ τοῦ Απολλοδώρου κλήρου (13)

urn:cts:greekLit:tlg0017.tlg007.perseus-grc2:13
Refs {'start': {'reference': '13', 'human_reference': 'Section 13'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ περὶ μὲν τῆς ἐκείνων διαφορᾶς ἱκανοὺς εἶναι νομίζω καὶ τοὺς εἰρημένους λόγους· οἶδα γὰρ ὅτι καὶ ὑμῶν ὅσοι πρεσβύτεροι μνημονεύουσιν ὅτι ἐγένοντο ἀντίδικοι· τό τε γὰρ μέγεθος τῶν δικῶν, καὶ διότι πολὺ αὐτὸν Ἀρχέδαμος εἷλεν, ἐπιφάνειάν τινα ἐποίησεν. ὡς δὲ ἐμὲ ἐποιήσατο ὑὸν ζῶν αὐτὸς καὶ κύριον τῶν αὑτοῦ κατέστησε καὶ εἰς τοὺς γεννήτας καὶ εἰς τοὺς φράτορας ἐνέγραψε, τούτοις ἤδη μοι τὸν νοῦν προσέχετε, ἄνδρες.

Tokens

καὶ 1 w 3
περὶ 1 w 7
μὲν 1 w 10
τῆς 1 w 13
ἐκείνων 1 w 20
διαφορᾶς 1 w 28
ἱκανοὺς 1 w 35
εἶναι 1 w 40
νομίζω 1 w 46
καὶ 2 w 49
τοὺς 1 w 53
εἰρημένους 1 w 63
λόγους 1 w 69
οἶδα 1 w 74
γὰρ 1 w 77
ὅτι 1 w 80
καὶ 3 w 83
ὑμῶν 1 w 87
ὅσοι 1 w 91
πρεσβύτεροι 1 w 102
μνημονεύουσιν 1 w 115
ὅτι 2 w 118
ἐγένοντο 1 w 126
ἀντίδικοι 1 w 135
τό 1 w 138
τε 2 w 140
γὰρ 2 w 143
μέγεθος 1 w 150
τῶν 1 w 153
δικῶν 1 w 158
καὶ 4 w 162
διότι 1 w 167
πολὺ 1 w 171
αὐτὸν 1 w 176
Ἀρχέδαμος 1 w 185
εἷλεν 1 w 190
ἐπιφάνειάν 1 w 201
τινα 1 w 205
ἐποίησεν 1 w 213
ὡς 1 w 216
δὲ 1 w 218
ἐμὲ 1 w 221
ἐποιήσατο 1 w 230
ὑὸν 1 w 233
ζῶν 1 w 236
αὐτὸς 1 w 241
καὶ 5 w 244
κύριον 1 w 250
τῶν 2 w 253
αὑτοῦ 1 w 258
κατέστησε 1 w 267
καὶ 6 w 270
εἰς 1 w 273
τοὺς 2 w 277
γεννήτας 1 w 285
καὶ 7 w 288
εἰς 2 w 291
τοὺς 3 w 295
φράτορας 1 w 303
ἐνέγραψε 1 w 311
τούτοις 1 w 319
ἤδη 1 w 322
μοι 1 w 325
τὸν 2 w 328
νοῦν 1 w 332
προσέχετε 1 w 341
1 w 343
ἄνδρες 1 w 349

Dictionary Citations

LSJ

αἱρέω
b get a verdict for conviction, Antipho 2.1.5, etc.; also ἑλεῖν τινα obtain a conviction against one, Is. 7.13; ἑλεῖν τὰ διαμαρτυρηθέντα convict the evidence of falsehood, Isoc. 18.15.
γεννητής
II γεννῆται, οἱ, ( γέννα) at Athens, members of γένη, Pl. Lg. 878d, Philoch. 94; εἰς τοὺς γ. ἐγγράφειν, ἄγειν, Is. 7.13, 15, cf. Arist. Ath. 3, IG 2(2).1229.5; Ἀπόλλωνος Πατρῴου καὶ Διὸς Ἑρκείου γ. D. 57.67.
ἐπιφάνεια
2 outward show, fame, distinction, esp. arising from something unexpected, Pl. Alc. 1.124c ; ἐ. ποιεῖν to create a sensation, Is. 7.13 : in pl., Isoc. 6.104, D.S. 19.1 ; τὰ πρὸς ἐπιφάνειαν καὶ δόξαν ἀνήκοντα OGI 763.19 ( Milet., ii B.C.), cf. Arr. Epict. 3.22.29.