Scaife ATLAS

CTS Library / πρὸς τὴν Λάκριτον παραγραφὴν

πρὸς τὴν Λάκριτον παραγραφὴν (47)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg035.perseus-grc2:47
Refs {'start': {'reference': '47', 'human_reference': 'Section 47'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ πῶς οὐκ ἂν δεινὸν εἴη καὶ σχέτλιον καὶ αἰσχρὸν ὑμῖν, ἄνδρες δικασταί, εἰ οἱ δανείσαντες ἐν τῷ ἐμπορίῳ τῷ ὑμετέρῳ χρήματα ναυτικὰ καὶ ἀποστερούμενοι ὑπὸ τῶν δανεισαμένων καὶ ἀποστερούντων ἀπάγοιντο εἰς τὸ δεσμωτήριον; ταῦτʼ ἐστίν, Λάκριτε, τουτουσὶ πείθεις. ἀλλὰ ποῦ χρὴ λαβεῖν δίκην, ἄνδρες δικασταί, περὶ τῶν ἐμπορικῶν συμβολαίων; παρὰ ποίᾳ ἀρχῇ ἐν τίνι χρόνῳ; παρὰ τοῖς ἕνδεκα; ἀλλὰ τοιχωρύχους καὶ κλέπτας καὶ τοὺς ἄλλους κακούργους τοὺς ἐπὶ θανάτῳ οὗτοι εἰσάγουσιν.

Tokens

καὶ 1 w 3
πῶς 1 w 6
οὐκ 1 w 9
ἂν 1 w 11
δεινὸν 1 w 17
εἴη 1 w 20
καὶ 2 w 23
σχέτλιον 1 w 31
καὶ 3 w 34
αἰσχρὸν 1 w 41
ὑμῖν 1 w 45
1 w 47
ἄνδρες 1 w 53
δικασταί 1 w 61
εἰ 1 w 64
οἱ 1 w 66
δανείσαντες 1 w 77
ἐν 1 w 79
τῷ 1 w 81
ἐμπορίῳ 1 w 88
τῷ 2 w 90
ὑμετέρῳ 1 w 97
χρήματα 1 w 104
ναυτικὰ 1 w 111
καὶ 4 w 114
ἀποστερούμενοι 1 w 128
ὑπὸ 1 w 131
τῶν 1 w 134
δανεισαμένων 1 w 146
καὶ 5 w 149
ἀποστερούντων 1 w 162
ἀπάγοιντο 1 w 171
εἰς 1 w 174
τὸ 1 w 176
δεσμωτήριον 1 w 187
ταῦτʼ 1 w 193
ἐστίν 1 w 198
2 w 200
Λάκριτε 1 w 207
1 w 209
τουτουσὶ 1 w 217
πείθεις 1 w 224
ἀλλὰ 1 w 229
ποῦ 1 w 232
χρὴ 1 w 235
λαβεῖν 1 w 241
δίκην 1 w 246
3 w 248
ἄνδρες 2 w 254
δικασταί 2 w 262
περὶ 1 w 267
τῶν 2 w 270
ἐμπορικῶν 1 w 279
συμβολαίων 1 w 289
παρὰ 1 w 294
ποίᾳ 1 w 298
ἀρχῇ 1 w 302
1 w 303
ἐν 2 w 305
τίνι 1 w 309
χρόνῳ 1 w 314
παρὰ 2 w 319
τοῖς 1 w 323
ἕνδεκα 1 w 329
ἀλλὰ 2 w 334
τοιχωρύχους 1 w 345
καὶ 6 w 348
κλέπτας 1 w 355
καὶ 7 w 358
τοὺς 1 w 362
ἄλλους 1 w 368
κακούργους 1 w 378
τοὺς 2 w 382
ἐπὶ 1 w 385
θανάτῳ 1 w 391
οὗτοι 1 w 396
εἰσάγουσιν 1 w 406

Dictionary Citations

LSJ

ἀπάγω
3 carry off to prison, Pl. Grg. 486a, Ar. Ach. 57; εἰς τὸ δεσμωτήριον And. 4.181, D. 23.80, 35.47 ( Pass.): abs., ὡς γόης ἀπαχθῆναι Pl. Men. 80b; ἀπαχθείς Lys. 25.15.
ἐμπορικός
of or for commerce, mercantile, οἶκος Stesich. 80; ἐ. τέχνη or ἐ. alone, = ἐμπορία I.1, Pl. Euthphr. 14e, Sph. 223d, al.; ἐ., τά, Id. Lg. 842d; ἐ. δίκαι Arist. Ath. 59.5, D. 7.12; κατὰ τοὺς ἐ. νόμους Id. 35.3: ἐ. συμβολαῖα ib. 47; τὰ ἐ. χρήματα money to be used in trade, ib. 49; ἡ μνᾶ ἡ ἐ. the mina of commerce, IG 2(2).1013.34 (ii B. C.); ἐμπορικόν, τό, the class of merchant-seamen, Arist. Pol. 1291b24; with an aptitude for trade, παῖς Lib. Decl. 33.7: Comp. -ώτερος Ptol. Tetr. 66: -κοί, οἱ, camp-traders, sutlers, Arr. Tact. 2.1.