Scaife ATLAS

CTS Library / πρὸς τὴν Λάκριτον παραγραφὴν

πρὸς τὴν Λάκριτον παραγραφὴν (41)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg035.perseus-grc2:41
Refs {'start': {'reference': '41', 'human_reference': 'Section 41'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

Λάκριτος δʼ οὑτοσί, ἄνδρες δικασταί, οὐ τῷ δικαίῳ πιστεύων εἰσελήλυθε ταύτην τὴν δίκην, ἀλλʼ ἀκριβῶς εἰδὼς τὰ πεπραγμένʼ αὑτοῖς περὶ τὸ δάνεισμα τοῦτο, καὶ ἡγούμενος δεινὸς εἶναι καὶ ῥᾳδίως λόγους ποριεῖσθαι περὶ ἀδίκων πραγμάτων, οἴεται παράξειν ὑμᾶς ὅποι ἂν βούληται. ταῦτα γὰρ ἐπαγγέλλεται δεινὸς εἶναι, καὶ ἀργύριον αἰτεῖ καὶ μαθητὰς συλλέγει περὶ αὐτῶν τούτων ἐπαγγελλόμενος παιδεύειν.

Tokens

Λάκριτος 1 w 8
δʼ 1 w 10
οὑτοσί 1 w 16
1 w 18
ἄνδρες 1 w 24
δικασταί 1 w 32
οὐ 1 w 35
τῷ 1 w 37
δικαίῳ 1 w 43
πιστεύων 1 w 51
εἰσελήλυθε 1 w 61
ταύτην 1 w 67
τὴν 1 w 70
δίκην 1 w 75
ἀλλʼ 1 w 80
ἀκριβῶς 1 w 87
εἰδὼς 1 w 92
τὰ 1 w 94
πεπραγμένʼ 1 w 104
αὑτοῖς 1 w 110
περὶ 1 w 114
τὸ 1 w 116
δάνεισμα 1 w 124
τοῦτο 1 w 129
καὶ 1 w 133
ἡγούμενος 1 w 142
δεινὸς 1 w 148
εἶναι 1 w 153
καὶ 2 w 156
ῥᾳδίως 1 w 162
λόγους 1 w 168
ποριεῖσθαι 1 w 178
περὶ 2 w 182
ἀδίκων 1 w 188
πραγμάτων 1 w 197
οἴεται 1 w 204
παράξειν 1 w 212
ὑμᾶς 1 w 216
ὅποι 1 w 220
ἂν 1 w 222
βούληται 1 w 230
ταῦτα 1 w 236
γὰρ 1 w 239
ἐπαγγέλλεται 1 w 251
δεινὸς 2 w 257
εἶναι 2 w 262
καὶ 3 w 266
ἀργύριον 1 w 274
αἰτεῖ 1 w 279
καὶ 4 w 282
μαθητὰς 1 w 289
συλλέγει 1 w 297
περὶ 3 w 301
αὐτῶν 1 w 306
τούτων 1 w 312
ἐπαγγελλόμενος 1 w 326
παιδεύειν 1 w 335

Dictionary Citations

LSJ

ἐπαγγέλλω
5 Med., profess, make profession of, c. acc., ἀρετήν X. Mem. 1.2.7; θεοσέβειαν 1 Ep.Ti. 2.10; esp. of Sophists, as in Pl. Euthd. 273e; τί ἐστιν ὃ ἐ. τε καὶ διδάσκει Id. Grg. 447c; τοῦτό ἐστι τὸ ἐπάγγελμα ὃ ἐπαγγέλλομαι Id. Prt. 319a; ἐπαγγελλόμενος πάντα . . οὐδὲν ἐπιτελεῖ Arist. EN 1164a5; [γνῶσιν] 1 Ep.Ti. 6.21: c. inf., ἐ. ἀποκρίνεσθαι ὅ τι ἄν τίς σε ἐρωτᾷ Pl. Grg. 447d; ἐ. οἷός τε εἶναι ποιῆσαί τι Id. La. 186c, Thg. 127e; ταῦτα ἐπαγγέλλεται δεινὸς εἶναι D. 35.41; οἱ σοφισταὶ ἐ. διδάσκειν τινά Arist. EN 1180b35; παιδεύειν D. 35.41; and abs., profess an art, Pl. R. 518b, Arist. SE 172a32.
ἐπαγγέλλω
5 Med., profess, make profession of, c. acc., ἀρετήν X. Mem. 1.2.7; θεοσέβειαν 1 Ep.Ti. 2.10; esp. of Sophists, as in Pl. Euthd. 273e; τί ἐστιν ὃ ἐ. τε καὶ διδάσκει Id. Grg. 447c; τοῦτό ἐστι τὸ ἐπάγγελμα ὃ ἐπαγγέλλομαι Id. Prt. 319a; ἐπαγγελλόμενος πάντα . . οὐδὲν ἐπιτελεῖ Arist. EN 1164a5; [γνῶσιν] 1 Ep.Ti. 6.21: c. inf., ἐ. ἀποκρίνεσθαι ὅ τι ἄν τίς σε ἐρωτᾷ Pl. Grg. 447d; ἐ. οἷός τε εἶναι ποιῆσαί τι Id. La. 186c, Thg. 127e; ταῦτα ἐπαγγέλλεται δεινὸς εἶναι D. 35.41; οἱ σοφισταὶ ἐ. διδάσκειν τινά Arist. EN 1180b35; παιδεύειν D. 35.41; and abs., profess an art, Pl. R. 518b, Arist. SE 172a32.
πορίζω
πορίζω, Att. fut. ποριῶ Ar. Eq. 1079, 1101, Th. 6.29, etc., late πορίσω Artem. 2.68: aor. ἐπόρισα Pl. Lg. 966e: pf. πεπόρικα Id. Phlb. 30d:— Med., fut. Att. ποριοῦμαι D. 35.41: aor. ἐπορισάμην Ar. Ra. 880, etc.: — Pass., fut. πορισθήσομαι Th. 6.37, 94: aor. ἐπορίσθην ib. 37, etc., Dor. -ίχθην Lysis ap. Iamb. VP 17.75: pf. πεπόρισμαι Isoc. 15.278, D. 44.3 (in med. sense, Lys. 29.7, Aeschin. 3.209, Philem. 123): plpf. ἐπεπόριστο Th. 6.29: ( πόρος):—
πορίζω
II bring about, furnish, provide, κακά τινι Hom. Epigr. 14.10; νίκην, χρήματα, etc., Ar. Eq. 593, Ec. 236, Democr. 78, IG 2(2).834.14, etc.; ἀρχὴν πολέμου Ar. Fr. 81; τροφὴν τοῖς στρατιώταις Isoc. 12.82; τοῖς μαθηταῖς δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν Pl. Phdr. 275a: abs., θεῶν ποριζόντων καλῶς E. Med. 879: freq. with a notion of contriving or inventing, μηχανὰν κακῶν, πόρους, Id. Alc. 222 (lyr.), Ar. Eq. 759, etc.; τοῖσι φιλτάτοις τέχνας E. IA 745; π. τριβάς Ar. Ach. 386; διαβολήν Th. 6.29; σωτηρίαν τῷ γένει Pl. Prt. 321b; τῇ ζητήσει ἀπόκρισιν Id. Phlb. 30d, etc.:— Med., furnish oneself with, procure, ῥήματα Ar. Ra. 880; δαπάνην, χρήματα, ὅπλα, Th. 1.83, 142, 4.9; τὰς ἡδονάς, τἀγαθά, τἀπιτήδεια, etc., Pl. Grg. 501b, La. 199e, Ax. 368b, etc.; μηχανήν Id. Smp. 191b; τὰ δεῖπνα Alex. 257.2; καινὰ ῥήματα Philem. l.c.; φῶς ποθέν Pl. R. 427d; ἐκ τῶν ἀλλοτρίων π. τὸν βίον Isoc. 12.116; also π. μάρτυρας Lys. 29.7; πρόφασιν Id. 8.3; λόγους περὶ ἀδίκων πραγμάτων D. 35.41; αἰτίας χρηστὰς ἐπὶ πράγμασι φαύλοις Plu. Herod. 2.868d: sts. also πορίζεσθαί τι ἑαυτοῖς X. HG 5.1.17, Pl. Smp. 208e; σημεῖα πεπορίσθαι to have acquired the signs, i.e. know them, Hp. Medic. 14; also, have provided for one, receive, Men.Prot. p.16D.:— Pass., to be provided, τὰ τῆς παρασκευῆς ἐπεπόριστο Th. 6.29; ῥᾳδίως αἱ ἐπαγωγαὶ . . ἐπορίζοντο inducements were easily provided, Id. 3.82; δύναμις ἐκ θεῶν π. Pl. R. 364b; πίστεις ὑπὸ τοῦ λόγου πεπορισμέναι Isoc. 15.278, cf. Arist. Rh. 1356a1; τὸ γηροβοσκοὺς κεκτῆσθαι τοῖς ἀνθρώποις πορίζεται X. Oec. 7.19; πράξεις πρὸς τὰ φύ χη καὶ τὰς ἀλέας πεπορισμέναι behaviour adapted to . . , Arist. HA 596b22, cf. PA 665b3.