5
Med., profess, make profession of, c. acc., ἀρετήν X. Mem. 1.2.7; θεοσέβειαν 1 Ep.Ti. 2.10; esp. of Sophists, as in Pl. Euthd. 273e; τί ἐστιν ὃ ἐ. τε καὶ διδάσκει Id. Grg. 447c; τοῦτό ἐστι τὸ ἐπάγγελμα ὃ ἐπαγγέλλομαι Id. Prt. 319a; ἐπαγγελλόμενος πάντα . . οὐδὲν ἐπιτελεῖ Arist. EN 1164a5; [γνῶσιν] 1 Ep.Ti. 6.21: c. inf., ἐ. ἀποκρίνεσθαι ὅ τι ἄν τίς σε ἐρωτᾷ Pl. Grg. 447d; ἐ. οἷός τε εἶναι ποιῆσαί τι Id. La. 186c, Thg. 127e; ταῦτα ἐπαγγέλλεται δεινὸς εἶναι D. 35.41; οἱ σοφισταὶ ἐ. διδάσκειν τινά Arist. EN 1180b35; παιδεύειν D. 35.41; and abs., profess an art, Pl. R. 518b, Arist. SE 172a32.
5
Med., profess, make profession of, c. acc., ἀρετήν X. Mem. 1.2.7; θεοσέβειαν 1 Ep.Ti. 2.10; esp. of Sophists, as in Pl. Euthd. 273e; τί ἐστιν ὃ ἐ. τε καὶ διδάσκει Id. Grg. 447c; τοῦτό ἐστι τὸ ἐπάγγελμα ὃ ἐπαγγέλλομαι Id. Prt. 319a; ἐπαγγελλόμενος πάντα . . οὐδὲν ἐπιτελεῖ Arist. EN 1164a5; [γνῶσιν] 1 Ep.Ti. 6.21: c. inf., ἐ. ἀποκρίνεσθαι ὅ τι ἄν τίς σε ἐρωτᾷ Pl. Grg. 447d; ἐ. οἷός τε εἶναι ποιῆσαί τι Id. La. 186c, Thg. 127e; ταῦτα ἐπαγγέλλεται δεινὸς εἶναι D. 35.41; οἱ σοφισταὶ ἐ. διδάσκειν τινά Arist. EN 1180b35; παιδεύειν D. 35.41; and abs., profess an art, Pl. R. 518b, Arist. SE 172a32.
πορίζω, Att. fut. ποριῶ Ar. Eq. 1079, 1101, Th. 6.29, etc., late πορίσω Artem. 2.68: aor. ἐπόρισα Pl. Lg. 966e: pf. πεπόρικα Id. Phlb. 30d:— Med., fut. Att. ποριοῦμαι D. 35.41: aor. ἐπορισάμην Ar. Ra. 880, etc.: — Pass., fut. πορισθήσομαι Th. 6.37, 94: aor. ἐπορίσθην ib. 37, etc., Dor. -ίχθην Lysis ap. Iamb. VP 17.75: pf. πεπόρισμαι Isoc. 15.278, D. 44.3 (in med. sense, Lys. 29.7, Aeschin. 3.209, Philem. 123): plpf. ἐπεπόριστο Th. 6.29: ( πόρος):—
II
bring about, furnish, provide, κακά τινι Hom. Epigr. 14.10; νίκην, χρήματα, etc., Ar. Eq. 593, Ec. 236, Democr. 78, IG 2(2).834.14, etc.; ἀρχὴν πολέμου Ar. Fr. 81; τροφὴν τοῖς στρατιώταις Isoc. 12.82; τοῖς μαθηταῖς δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν Pl. Phdr. 275a: abs., θεῶν ποριζόντων καλῶς E. Med. 879: freq. with a notion of contriving or inventing, μηχανὰν κακῶν, πόρους, Id. Alc. 222 (lyr.), Ar. Eq. 759, etc.; τοῖσι φιλτάτοις τέχνας E. IA 745; π. τριβάς Ar. Ach. 386; διαβολήν Th. 6.29; σωτηρίαν τῷ γένει Pl. Prt. 321b; τῇ ζητήσει ἀπόκρισιν Id. Phlb. 30d, etc.:— Med., furnish oneself with, procure, ῥήματα Ar. Ra. 880; δαπάνην, χρήματα, ὅπλα, Th. 1.83, 142, 4.9; τὰς ἡδονάς, τἀγαθά, τἀπιτήδεια, etc., Pl. Grg. 501b, La. 199e, Ax. 368b, etc.; μηχανήν Id. Smp. 191b; τὰ δεῖπνα Alex. 257.2; καινὰ ῥήματα Philem. l.c.; φῶς ποθέν Pl. R. 427d; ἐκ τῶν ἀλλοτρίων π. τὸν βίον Isoc. 12.116; also π. μάρτυρας Lys. 29.7; πρόφασιν Id. 8.3; λόγους περὶ ἀδίκων πραγμάτων D. 35.41; αἰτίας χρηστὰς ἐπὶ πράγμασι φαύλοις Plu. Herod. 2.868d: sts. also πορίζεσθαί τι ἑαυτοῖς X. HG 5.1.17, Pl. Smp. 208e; σημεῖα πεπορίσθαι to have acquired the signs, i.e. know them, Hp. Medic. 14; also, have provided for one, receive, Men.Prot. p.16D.:— Pass., to be provided, τὰ τῆς παρασκευῆς ἐπεπόριστο Th. 6.29; ῥᾳδίως αἱ ἐπαγωγαὶ . . ἐπορίζοντο inducements were easily provided, Id. 3.82; δύναμις ἐκ θεῶν π. Pl. R. 364b; πίστεις ὑπὸ τοῦ λόγου πεπορισμέναι Isoc. 15.278, cf. Arist. Rh. 1356a1; τὸ γηροβοσκοὺς κεκτῆσθαι τοῖς ἀνθρώποις πορίζεται X. Oec. 7.19; πράξεις πρὸς τὰ φύ χη καὶ τὰς ἀλέας πεπορισμέναι behaviour adapted to . . , Arist. HA 596b22, cf. PA 665b3.