Scaife ATLAS

CTS Library / πρὸς τὴν Λάκριτον παραγραφὴν

πρὸς τὴν Λάκριτον παραγραφὴν (40)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg035.perseus-grc2:40
Refs {'start': {'reference': '40', 'human_reference': 'Section 40'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἐγὼ δέ, μὰ τὸν Δία τὸν ἄνακτα καὶ τοὺς θεοὺς ἅπαντας, οὐδενὶ πώποτε ἐφθόνησα οὐδʼ ἐπετίμησα, ἄνδρες δικασταί, εἴ τις βούλεται σοφιστὴς εἶναι καὶ Ἰσοκράτει ἀργύριον ἀναλίσκειν· μαινοίμην γὰρ ἄν, εἴ τί μοι τούτων ἐπιμελὲς εἴη. οὐ μέντοι μὰ Δία οἶμαί γε δεῖν ἀνθρώπους καταφρονοῦντας καὶ οἰομένους δεινοὺς εἶναι ἐφίεσθαι τῶν ἀλλοτρίων, οὐδὲ ἀφαιρεῖσθαι, τῷ λόγῳ πιστεύοντας· πονηροῦ γὰρ ταῦτʼ ἐστὶν σοφιστοῦ καὶ οἰμωξομένου.

Tokens

ἐγὼ 1 w 3
δέ 1 w 5
μὰ 1 w 8
τὸν 1 w 11
Δία 1 w 14
τὸν 2 w 17
ἄνακτα 1 w 23
καὶ 1 w 26
τοὺς 1 w 30
θεοὺς 1 w 35
ἅπαντας 1 w 42
οὐδενὶ 1 w 49
πώποτε 1 w 55
ἐφθόνησα 1 w 63
οὐδʼ 1 w 67
ἐπετίμησα 1 w 76
1 w 78
ἄνδρες 1 w 84
δικασταί 1 w 92
εἴ 1 w 95
τις 1 w 98
βούλεται 1 w 106
σοφιστὴς 1 w 114
εἶναι 1 w 119
καὶ 2 w 122
Ἰσοκράτει 1 w 131
ἀργύριον 1 w 139
ἀναλίσκειν 1 w 149
μαινοίμην 1 w 159
γὰρ 1 w 162
ἄν 3 w 164
εἴ 2 w 167
τί 2 w 169
μοι 1 w 172
τούτων 1 w 178
ἐπιμελὲς 1 w 186
εἴη 1 w 189
οὐ 3 w 192
μέντοι 1 w 198
μὰ 2 w 200
Δία 2 w 203
οἶμαί 1 w 208
γε 1 w 210
δεῖν 1 w 214
ἀνθρώπους 1 w 223
καταφρονοῦντας 1 w 237
καὶ 3 w 240
οἰομένους 1 w 249
δεινοὺς 1 w 256
εἶναι 2 w 261
ἐφίεσθαι 1 w 269
τῶν 1 w 272
ἀλλοτρίων 1 w 281
οὐδὲ 1 w 286
ἀφαιρεῖσθαι 1 w 297
τῷ 1 w 300
λόγῳ 1 w 304
πιστεύοντας 1 w 315
πονηροῦ 1 w 323
γὰρ 2 w 326
ταῦτʼ 1 w 331
ἐστὶν 1 w 336
σοφιστοῦ 1 w 344
καὶ 4 w 347
οἰμωξομένου 1 w 358

Dictionary Citations

LSJ

ἀναλίσκω
use up, spend, Ar. Pl. 381: abs., ib. 248; τὰ ἀναλωθέντα ἀποδοῦναι Th. 1.117; ἀ. εἴς τι spend upon a thing, Id. 7.83, Ar. Fr. 220, Pl. Phd. 78a, R. 561a, al.; πρός τι D. 3.19; ὑπὲρ φιλοτιμίας Id. 18.66: c. dat., Ἰσοκράτει ἀργύριον ἀ. spend money in paying him, Id. 35.40:— Pass., τἀνηλωμένα the monies expended Id. 18.113; τοῦτο γὰρ μόνον οὐκ ἔστι τἀνάλωμʼ ἀναλωθὲν λαβεῖν E. Supp. 776.
ἄναξ
1 ἄγουσι δὲ δῶρα Ἄνακτι Il. 1.390, al.; ὁ Πύθιος ἄναξ A. Ag. 509; ἄναξ Ἄπολλον ib. 513, Eu. 85, etc.; ὦναξ Ἄπ. S. OT 80; ὦναξ without Ἄπολλον, Hdt. 1.159, 4.150, al.; of Zeus, Hom. only in voc., Ζεῦ ἄνα Il. 3.351, 16.233; Ζεὺς ἄναξ A. Pers. 762; ἄναξ ἀνάκτων . . Ζεῦ Id. Supp. 524; μὰ τὸν Δία τὸν Ἄνακτα D. 35.40; Poseidon, A. Th. 130; ὦ δέσποτʼ ἄναξ, of Ἀήρ, Ar. Nu. 264; of Apollo Ἀγυιεύς, Id. V. 875; ὦναξ δέσποτα, of Πλοῦτος, Id. Pl. 748; esp. of the Dioscuri, cf. Ἄνακες, Ἄνακοι; of all the gods, πάντων ἀνάκτων . . κοινοβωμίαν A. Supp. 222, cf. Pi. O. 10(11).49.—The irreg. voc. ἄνα (q. v.) is never addressed save to gods; ὦναξ is freq. in Trag. and Com.
οἰμώζω
2 Att., οἴμωζε, as a curse, plague take you ! Ar. Ach. 1035 ; οἰμώζετε Id. Ra. 257 ; οἰμώξἄρα σύ Id. Pl. 876 ; οἰμώξεσθʼ ἄρα Id. Nu. 217 ; οἰμώζειν λέγω σοι Id. Pl. 58, cf. Luc. Gall. 23 ; οὐκ οἰμώξεται; Ar. Ra. 178, cf. X. HG 2.3.56, Men. Epit. 428 ; οἰμώζων καθεδεῖται Ar. Ach. 840 ; οἴμωζε μεγάλα Id. Av. 1503 ; οἰμώξει μακρά Id. Pl. 111, Men. Epit. 528 ; κολάκων οἰμωξομένων Ar. V. 1033 ; πονηροῦ σοφιστοῦ καὶ οἰμωξομένου D. 35.40 ; ἐᾶν οἰμώζειν ‘let go hang’, PCair.Zen. 44.8 (iii B. C.).