Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἀριστογείτονος α΄

κατὰ Ἀριστογείτονος α΄ (46)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg025.perseus-grc2:46
Refs {'start': {'reference': '46', 'human_reference': 'Section 46'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

εἰ δὲ κάπηλός ἐστι πονηρίας καὶ παλιγκάπηλος καὶ μεταβολεύς, καὶ μόνον οὐ ζυγὰ καὶ στάθμʼ ἔχων πάνθʼ ὅσα πώποτʼ ἔπραξεν ἐπώλει, τί τοῦτον, μάταιʼ, ἀκονᾷς; οὔτε γὰρ μαγείρῳ μαχαίρας οὐδέν ἐστʼ ὄφελος δήπουθεν ἥτις μὴ τέμνει, οὔτε τῷ βουλομένῳ διʼ αὑτοῦ πᾶσι πράγματα καὶ κακὰ γίγνεσθαι ταῦτʼ ἀποδωσόμενος συκοφάντης οὐδέν ἐστι χρήσιμος.

Tokens

εἰ 1 w 2
δὲ 1 w 4
κάπηλός 1 w 11
ἐστι 1 w 15
πονηρίας 1 w 23
καὶ 1 w 26
παλιγκάπηλος 1 w 38
καὶ 2 w 41
μεταβολεύς 1 w 51
καὶ 3 w 55
μόνον 1 w 60
οὐ 1 w 62
ζυγὰ 1 w 66
καὶ 4 w 69
στάθμʼ 1 w 75
ἔχων 1 w 79
πάνθʼ 1 w 84
ὅσα 1 w 87
πώποτʼ 1 w 93
ἔπραξεν 1 w 100
ἐπώλει 1 w 106
τί 1 w 109
τοῦτον 1 w 115
1 w 117
μάταιʼ 1 w 123
ἀκονᾷς 1 w 130
οὔτε 1 w 135
γὰρ 1 w 138
μαγείρῳ 1 w 145
μαχαίρας 1 w 153
οὐδέν 1 w 158
ἐστʼ 1 w 162
ὄφελος 1 w 168
δήπουθεν 1 w 176
ἥτις 1 w 180
μὴ 1 w 182
τέμνει 1 w 188
οὔτε 2 w 193
τῷ 1 w 195
βουλομένῳ 1 w 204
διʼ 1 w 207
αὑτοῦ 1 w 212
πᾶσι 1 w 216
πράγματα 1 w 224
καὶ 5 w 227
κακὰ 1 w 231
γίγνεσθαι 1 w 240
1 w 241
ταῦτʼ 1 w 246
ἀποδωσόμενος 1 w 258
συκοφάντης 1 w 268
οὐδέν 2 w 273
ἐστι 2 w 277
χρήσιμος 1 w 285

Dictionary Citations

LSJ

ἀκονάω
2 spur, goad on, D. 25.46; provoke, γλῶσσαν ἠκονημένος Trag.Adesp. 423, cf. X. Oec. 21.3, Ph. 1.469, al., Chor. in Jahrb. 9.184; θυμὸν ἐπʼ ἐλπίδι τινὸς ἀ. Demad. 17:— Pass., Ph. 2.178, al.
ζυγόν
IV beam of the balance, ζυγὸν ταλάντου A. Supp. 822 (lyr.), cf. Arist. Mech. 850a4: hence, the balance itself (cf. πῆχυς IV), αἴρειν τὸν ζυγόν Pl. Ti. 63b; ἐν πλάστιγγι ζυγοῦ κεῖσθαι Id. R. 550e; ζυγῷ or ἐν τῷ ζ. ἱστάναι, Lys. 10.18, Pl. Prt. 356b; ζυγὸν ἱστάναι D. Prooem. 55: in pl., Id. 25.46, SIG 975.39 ( Delos, iii B.C.): prov., ζ. μὴ ὑπερβαίνειν Pythag. ap. D.L. 8.18.
κάπηλος
3 κ. πονηρίας dealer in petty roguery, D. 25.46.
μεταβολεύς
one who exchanges or barters, trafficker, huckster, κάπηλος, παλιγκάπηλος, μεταβολεύς D. 25.46, cf. Sch. Ar. Pl. 1156.
ὄφελος
2 φυγᾶς ὄ. εἴ τί μοι A. Supp. 737 (lyr.); τῶν ὄ. ἐστι οὐδέν Hdt. 8.68.γʹ; οἷσι . . οὐδὲν ὄ. ἐστιν οὔτε χρημάτων οὔτε τῶν ἄλλων οὐδενὸς ἄτερ τῆς ὑγιείης Hp. Vict. 3.69; τί τῆς εὐμορφίας ὄ. ; E. Fr. 548; ἐλευθερίας οὐδὲν ὄ. And. 4.17; ἐάν τι ἡμῶν ὡς νομοθετῶν ὄ. ᾖ Pl. R. 530c; ἀνὴρ ὅτου τι καὶ σμικρὸν ὄ. ἐστιν Id. Ap. 28b; γεωργοῦ ἀργοῦ οὐδὲν ὄφελος X. Cyr. 1.6.18; μαγείρῳ μαχαίρας οὐδὲν ὄ. ἥτις μὴ τέμνει D. 25.46; τί δʼ ὄ. εὖ λαλοῦντος, ἂν κακῶς φρονῇ ; Men. 821.
παλιγκάπηλος
retailer of imported produce, Ar. Pl. 1156 ( ὁ ἀπὸ τοῦ ἐμπόρου ἀγοράζων καὶ πωλῶν Sch.): metaph., π. πονηρίας D. 25.46.