3
mind, as seat of the mental faculties, perception, thought, ἔγνω ᾗσιν ἐνὶ φ. Il. 22.296; μή μοι ταῦτα νόει φρεσί 9.600; μετὰ φρεσὶ μερμηρίξαι, βάλλεσθαι, Od. 10.438, Il. 9.434; ἴδμεν ἐνὶ φρεσίν 2.301; τῷ γὰρ ἐπὶ φρεσί θῆκε put in his mind, suggested it, 1.55; σφῶϊν δʼ ὧδε θεῶν τις ἐνὶ φρεσὶ ποιήσειεν 13.55; ἐν φρεσὶ θέσθε ἕκαστος ib. 121, cf. 1.297, etc.; φρένας παραπεῖσαι, πείθειν, 7.120, 16.842; ἐπιγνάμπτει φρένας (v.l. for νόον) ἐσθλῶν 9.514; Διὸς ἐτράπετο φρήν 10.45; ἀνὴρ φρένας ἀφνειός rich (only) in his imagination, Hes. Op. 455; ὀρθᾷ, ἐλευθέρᾳ φρενί, Pi. O. 8.24, P. 2.57; φρένες γὰρ αὐτοῦ θυμὸν ᾠακοστρόφουν A. Pers. 767; ἡ γλῶσσʼ ὀμώμοχʼ, ἡ δὲ φ. ἀνώμοτος E. Hipp. 612; κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν Il. 1.193, al.: pl., wits, Κύκλωπα περὶ φρένας ἤλυθε οἶνος Od. 9.362, cf. 454, 18.331; πλήγη φρένας ἂς πάρος εἶχεν Il. 13.394; ἐκ γὰρ πλήγη φρένας 16.403; βλάπτε φρένας Ζεὺς ἡμετέρας 15.724; ἐξ . . . τοι θεοὶ φρένας ὤλεσαν 7.360; φρένας ἄφρων, φρένας ἠλέ or ἠλεέ, 4.104, 15.128, Od. 2.243: of losing oneʼs wits, φρενῶν ἀφεστάναι, ἐκστῆναι, μεθεστάναι, S. Ph. 865, E. Or. 1021, Ba. 944; τὰς φ. ἐκβάλλειν S. Ant. 648; ἔξω φρενῶν Pi. O. 7.47; φρενῶν οὐκ ἔνδον ὤν E. Heracl. 709; φρενῶν κεκομμένος A. Ag. 479 (lyr.); κενός S. Ant. 754; τητώμενοι Id. El. 1326; ἔξεδροι, παράκοποι, E. Hipp. 935, Ba. 33; ποῦ ποτʼ εἶ φρενῶν; S. El. 390; φρένες διάστροφοι A. Pr. 673, S. Aj. 447; μαργότης φρενῶν Id. Fr. 846; ἀνακίνησις φρενῶν Id. OT 727, etc.; of persons in their senses, ἐπήβολος φρενῶν Id. Ant. 492; ἀνδρὸς νοῦν ἔχοντος καὶ φρένας Ar. Ra. 535 (lyr.) (so in later Prose, οἱ φρένας ἔχοντες Phld. Po. 5.19, Rh. 1.240S.; οἱ τῶν σοφιστῶν τὰς κοινὰς φ. ἔχοντες ib. 202 S.); also ἔσω φρενῶν λέγειν A. Ag. 1052; γράφου φρενῶν ἔσω S. Ph. 1325; τῆς λεπτότητος τῶν φ. Ar. Nu. 153; φρένες, opp. σῶμα, Hdt. 3.134; so αἱ σάρκες αἱ κεναὶ φρενῶν E. El. 387; attributed to animals, μετὰ φρεσὶ γίγνεται ἀλκή Il. 4.245, cf. 16.157, etc.—The word is not common in early Prose, τίς αὐτῶν νόος ἢ φρήν; Heraclit. 104; συμφορὰ τῶν φ., i.e. madness, And. 2.7; παραλλάττει τῶν φ. Lys. Fr. 90; καρποῦ μὲν ἀφθονία φρενῶν δὲ ἀφορία X. Smp. 4.55; νοῦς καὶ φρένες D. 18.324, cf. 25.33.