Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Φιλίππου δ΄

κατὰ Φιλίππου δ΄ (1)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg010.perseus-grc2:1
Refs {'start': {'reference': '1', 'human_reference': 'Section 1'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ σπουδαῖα νομίζων, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, περὶ ὧν βουλεύεσθε, καὶ ἀναγκαῖα τῇ πόλει, πειράσομαι περὶ αὐτῶν εἰπεῖν νομίζω συμφέρειν. οὐκ ὀλίγων δʼ ὄντων ἁμαρτημάτων οὐδʼ ἐκ μικροῦ χρόνου συνειλεγμένων, ἐξ ὧν φαύλως ταῦτʼ ἔχει, οὐδέν ἐστιν, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τῶν πάντων δυσκολώτερον εἰς τὸ παρὸν ὅτι ταῖς γνώμαις ὑμεῖς ἀφεστήκατε τῶν πραγμάτων, καὶ τοσοῦτον χρόνον σπουδάζεθʼ ὅσον ἂν κάθησθʼ ἀκούοντες προσαγγελθῇ τι νεώτερον, εἶτʼ ἀπελθὼν ἕκαστος ὑμῶν οὐ μόνον οὐδὲν φροντίζει περὶ αὐτῶν, ἀλλʼ οὐδὲ μέμνηται.

Tokens

καὶ 1 w 3
σπουδαῖα 1 w 11
νομίζων 1 w 18
1 w 20
ἄνδρες 1 w 26
Ἀθηναῖοι 1 w 34
περὶ 1 w 39
ὧν 1 w 41
βουλεύεσθε 1 w 51
καὶ 2 w 55
ἀναγκαῖα 1 w 63
τῇ 1 w 65
πόλει 1 w 70
πειράσομαι 1 w 81
περὶ 2 w 85
αὐτῶν 1 w 90
εἰπεῖν 1 w 96
1 w 97
νομίζω 2 w 103
συμφέρειν 1 w 112
οὐκ 1 w 116
ὀλίγων 1 w 122
δʼ 1 w 124
ὄντων 1 w 129
ἁμαρτημάτων 1 w 140
οὐδʼ 1 w 144
ἐκ 1 w 146
μικροῦ 1 w 152
χρόνου 1 w 158
συνειλεγμένων 1 w 171
ἐξ 1 w 174
ὧν 2 w 176
φαύλως 1 w 182
ταῦτʼ 1 w 187
ἔχει 1 w 191
οὐδέν 1 w 197
ἐστιν 1 w 202
2 w 204
ἄνδρες 2 w 210
Ἀθηναῖοι 2 w 218
τῶν 2 w 222
πάντων 1 w 228
δυσκολώτερον 1 w 240
εἰς 1 w 243
τὸ 1 w 245
παρὸν 1 w 250
1 w 251
ὅτι 1 w 254
ταῖς 1 w 258
γνώμαις 1 w 265
ὑμεῖς 1 w 270
ἀφεστήκατε 1 w 280
τῶν 3 w 283
πραγμάτων 1 w 292
καὶ 3 w 296
τοσοῦτον 1 w 304
χρόνον 1 w 310
σπουδάζεθʼ 1 w 320
ὅσον 1 w 324
ἂν 1 w 326
κάθησθʼ 1 w 333
ἀκούοντες 1 w 342
2 w 343
προσαγγελθῇ 1 w 354
τι 3 w 356
νεώτερον 1 w 364
εἶτʼ 1 w 369
ἀπελθὼν 1 w 376
ἕκαστος 1 w 383
ὑμῶν 1 w 387
οὐ 4 w 389
μόνον 1 w 394
οὐδὲν 1 w 399
φροντίζει 1 w 408
περὶ 3 w 412
αὐτῶν 2 w 417
ἀλλʼ 1 w 422
οὐδὲ 2 w 426
μέμνηται 1 w 434

Dictionary Citations

LSJ

ἀφίστημι:
B Pass., as also in aor. 2 ἀπέστην, imper. ἀπόστηθι Ar. Th. 627, ἀπόστα Men. 375: pf. ἀφέστηκα in pres. sense, sync. in pl. ἀφέστᾰμεν, -στᾰτε, -στᾶσι, as in inf. ἀφεστάναι, part. ἀφεστώς, -ῶσα, -ός or -ώς: plpf. ἀφεστήκειν, Att. -κη Pl. Tht. 208e: fut. Med. ἀποστήσομαι E. Hec. 1054, Th. 5.64, etc. (while aor. 1 Med. is causal (v. supr.)): for fut. ἀφεστήξω v. h.v.:— stand away or aloof from, keep far from, ὅσσον δὲ τροχοῦ ἵππος ἀφίσταται Il. 23.517; οὐ μέν κʼ ἄλλη γʼ ὧδε γυνὴ . . ἀνδρὸς ἀφεσταίη Od. 23.101; ἀποστᾶσʼ ἐκποδών E. Hel. 1023; ἐς ἄλλο σχῆμʼ ἀ. βίου Id. Med. 1039; ἀποσταθῶμεν πράγματος τελουμένου A. Ch. 872; ὡς γραφεὺς (or βραβεὺς) ἀποσταθείς E. Hec. 807; μακρὰν τόποις καὶ χρόνοις ἀ. D.S. 13.22: hence in various relations, ἀφεστάναι φρενῶν lose oneʼs wits, S. Ph. 865; φύσεος Ar. V. 1457 (lyr.); οὐδενὸς ἀποστήσονται ὅσα ἂν δίκαια λέγητε depart from, object to right proposals, Th. 4.118; ἀ. φόνου E. Or. 1544; ἀ. ἀρχῆς to be deposed from office, Pl. Lg. 928d; simply, resign, SIG 527.105 ( Crete, iii B. C.); ἀ. τῶν πραγμάτων, τῆς πολιτείας, etc., withdraw from business, politics, have done with it, D. 10.1, 18.308, etc.; ἔργων ἢ πόνων ἢ κινδύνων shun them, Isoc. 4.83, cf. X. HG 7.5.19, etc.; ὧν εἷλεν ἀποστάς giving up all claim to what he had won (at law), D. 21.181; τῶν αὑτῆς Id. 19.147, cf. 35.4; ἀφίστασθαι τῶν τοῦ ἀδελφοῦ ib. 44; οὐδενὸς τῶν ἀνηκόντων τῇ πόλει Inscr.Magn. 53.65; τὴν πολιτείαν . . τὴν ἀφεστηκυῖαν τοῦ μέσου πλεῖον further removed from . . , Arist. Pol. 1296b8; ἀποστὰς τῶν πατρῴων Luc. DMort. 25[12].3; ἀ. ἐκ Σικελίας withdraw from the island, give up the expedition, Th. 7.28; retire, ἐς Ἰθώμην Id. 1.101: rarely c.acc., avoid, shrink from, τὸν ἥλιον X. Cyn. 3.3; τὸν πόλεμον Id. An. 2.5.7; τινάς E. Fr. 1006; πυγμήν Philostr. Gym. 20 (prob. cj.).
συλλέγω
bring together, collect, gather, [ κτέατα] Il. 18.301; χρ]ήματα Alc. Supp. 5.12; ἀργύριον . . τοῦ ἐπετείου οὗ αὐτοὶ ξυνελέξαμεν IG 1(2).301.32; χαλκία συνλέξαντες ib. 393; ξύλα S. Fr. 225; τὰ ὀστέα, τὸν λιβανωτόν, Hdt. 1.68, 3.107; σ. σφίσι φερνάς Id. 1.93; φρύγανα X. An. 4.3.11; βίον ἄνευ πόνου E. El. 81; ἐράνους D. 21.184; παρὰ τῶν φίλων ἔρανον Antipho 2.2.9; ἀμμώδη ἐν τῇ κύστει Dsc. 5.118, cf. Aët. 15.12; σ. μονῳδίας, μέλη, compose, or rather compile, scrape together, Ar. Ra. 849, 1297, cf. Ach. 398; ῥήματα καὶ λόγους D. 18.308; σ. ὕβρεις αὐτοῦ compile a list of them, Id. 21.23: abs., ὁ μὲν γὰρ αὑτῷ συλλέγει collects for himself, Men. Kol. 43; περιιόντα συλλέγειν to go about picking up information, D. 21.36:— Med., collect for oneself, for oneʼs own use, ὅπλα τε πάντα λάρνακʼ ἐς ἀργυρέην συλλέξατο Il. 18.413, cf. Ar. Pax 1327 (anap.), Pl. R. 553c, Lg. 936c, etc.; ξυλλέγεται βίοτον Sol. 13.50:— Pass., αἷμα συλλέγεταί τινι ἐπὶ τοὺς τιτθούς gathers there, Hp. Epid. 2.6.32, cf. Sor. 1.55; ἁμαρτήματα . . συνειλεγμένα D. 10.1, etc.