LSJ
1
ἄν does not coalesce with the relat. word (as in ἐάν, ὅταν), it follows directly or is separated only by other particles, as μέν, δέ, τε, γάρ, καί, νυ, περ, etc.; as εἰ μέν κεν . . εἰ δέ κε Il. 3.281- 4; rarely by τις, as ὅποι τις ἄν, οἶμαι, προσθῇ D. 2.14:—in Hom. and Hes. two such Particles may precede κε, as εἴ περ γάρ κεν Od. 8.355, cf. Il. 2.123; εἰ γάρ τίς κε, ὃς μὲν γάρ κε, Hes. Op. 280, 357; rarely in Prose, ὅποι μὲν γὰρ ἄν D. 4.45; ὁπότερος οὖν ἄν Ar. Ra. 1420: also ὁπόσῳ πλέον ἄν Pl. Lg. 647e, cf. 850a; ὅπου τὸ πάλαι λεγόμενον ἂν γίγνηται 739c.
2
raised place or tribune to speak from in a public assembly, etc., Th. 2.34, LXX Ne. 8.4, etc.; in the Pnyx at Athens, ἐπὶ τὸ β. ἀναβῆναι enter public life, D. 18.66; αἱ ἀπὸ τοῦ β. ἐλπίδες Id. 4.45; also in the lawcourts, Id. 48.31, Aeschin. 3.207; of a suppliant, ἐπὶ τοῦ β. καθεδούμενον Ar. Pl. 382; in the βουλευτήριον, Antipho 6.40.
fear, alarm, χλωρὸν δέος pale fear, ib. 7.479, etc.: distd. by Ammon. from φόβος, as being morelasting ( δέος . . κακοῦ ὑπόνοια, φόβος δὲ ἡ παραυτίκα πτόησις), cf. Prodic. ap. Pl. Prt. 358d; φόβος τε καὶ δ. Hdt. 4.115; τὸ δ. καὶ ὁ φ. Lys. 20.8; δέει καὶ φόβῳ D. 21.124, cf. 23.103; also δέος . . αἰσχύνη θʼ ὁμοῦ S. Aj. 1079; ἵνα γὰρ δ., ἔνθα καὶ αἰδώς Poet. ap. Pl. Euthphr. 12b; δ. τινός fear of a person or thing, Ar. Ach. 581; δέει τῶν Κερκυραίων μή . . Th. 1.26; τεθνᾶσι τῷ δέει τοὺς τοιούτους ἀποστόλους ( τεθνᾶσι τῷ δέει = δεδίασι) D. 4.45; τρέμειν τῷ δέει τί πείσεται Alex. 110.6: c. inf., σοὶ δʼ οὐ δ. ἔστʼ ἀπολέσθαι Il. 12.246: folld. by μή with subj., οὐχὶ δ. μή σε φιλήσῃ Ar. Ec. 650; μέγα τὸ δ. ἐγένετο μὴ . . Th. 3.33; δέος ἴσχετε μηδέν, ὅσʼ αὐδῶ S. OC 223; ἀδεὲς δ. δεδιέναι to fear where no fear is, Pl. Smp. 198a; πρὸς δέους λαβεῖν τι Plu. Flam. 7; of reverence, A. Pers. 703.
well-disposed, kindly, τινι to one, epith. of gods, h.Hom. 22.7 (not in Il. or Od.), Pi. P. 2.25, A. Supp. 686 (lyr.), cf. X. HG 6.4.2; ἵλεως καὶ εὐ. Id. Cyr. 1.6.2, Theoc. 5.18; Ἑρμῆς IGRom. 1.1228 ( Egypt, ii A. D.); τὸ τῶν θεῶν εὐ. D. 4.45.
2
χερσὶν ὑπʼ Αἴαντος θανέειν to fall by his hand, Il. 15.289; θ. ὑπό τινος Pl. Ep. 329c, Arist. HA 625a16; ἔκ τινος Pi. P. 4.72, S. OT 1454; πρός τινος ib. 292, E. Hec. 773; θεοῖς τέθνηκε S. Aj. 970: freq. c. dat. instrumenti, θ. χερί, δορί, Id. OC 1388, A. Th. 959 (lyr.); φαρμάκοισι E. Fk. 464; also ἐν βρόχῳ A. Ch. 558; τεθνάναι τῷ δέει, τ. τῷ φόβῳ, c. acc., to be in mortal fear of, D. 4.45, 19.81, cf. Arr. An. 7.9.4; προοίμιον σκοτεινὸν καὶ τεθνηκὸς δειλίᾳ Aeschin. 2.34; θ. ἐπί τινι to die leaving one as heir, Luc. DMort. 17[7].1.
2
chance, regarded as an impersonal cause, τύχη φορὰ ἐξ ἀδήλου εἰς ἄδηλον, καὶ ἡ ἐκ τοῦ αὐτομάτου αἰτία δαιμονίας πράξεως Pl. Def. 411b; coupled with τὸ αὐτόματον, Arist. Ph. 195b31, al.; defined as αἰτία ἄδηλος ἀνθρωπίνῳ λογισμῷ Stoic. 2.281; πειρῶ τύχης ἄνοιαν ἀνδρείως φέρειν Men. 812; τὰ τῆς τύχης φέρειν δεῖ γνησίως τὸν εὐγενῆ Antiph. 281, cf. Apollod.Com. 17, Alex. 252, Men. 205; οὐκ ἔχουσιν αἱ τ. φρένας Alex. 287; τῆς ἀναγκαίας μέν, ἀγνώμονος δὲ τ. οὐχ ὡς δίκαιον ἦν, ἀλλʼ ὡς ἐβούλετο, κρινάσης τὸν ἀγῶνα D. Ep. 2.5; personified and said to be blind, Men. 417b, Kon. 14, Plu. Fort. 2.98a; τί δʼ ἂν φοβοῖτʼ ἄνθρωπος, ᾧ τὰ τῆς τ. κρατεῖ, πρόνοια δʼ ἐστὶν οὐδενὸς σαφής; S. OT 977; ἂν μὲν ἡ τ. συνεπιλαμβάνηται . . , ἂν δʼ ἀντιπίπτῃ τὰ τῆς τ., Plb. 2.49.7, 8; ἡ Τ. σχεδὸν ἅπαντα τὰ τῆς οἰκουμένης πράγματα πρὸς ἓν ἔκλινε μέρος Id. 1.4.1, cf. 1.63.9, 2.38.5, 36.17.1; τῆς Τ. ὥσπερ ἐπίτηδες ἀναβιβαζούσης ἐπὶ σκηνὴν τὴν τῶν Ῥοδίων ἄγνοιαν Id. 29.19.2, cf. 23.10.16, Dem.Phal. 39J.; οὐκ ἂν ἐν τύχῃ γίγνεσθαι σφίσι would not depend on chance, Th. 4.73; ὁ πόλεμος φιλεῖ ἐς τύχας περιίστασθαι Id. 1.78, cf. 69; τύχῃ by chance, S. Ant. 1182, Ph. 546, Th. 1.144, etc.; opp. φύσει, Pl. Prt. 323d; ἀπὸ τύχης, opp. ἀπὸ παρασκευῆς, Lys. 21.10; opp. ἀπὸ φύσεως, Arist. Metaph. 1032a29; ἀπὸ τ. ἀπροσδοκήτου Pl. Lg. 920d; ἐκ τύχης Id. Phdr. 265c, R. 499b, etc.; διὰ τύχην Isoc. 4.132, 9.45; δίκαιος οὐδεὶς ἀπὸ τύχης οὐδὲ διὰ τὴν τ. Arist. Pol. 1323b29; κατὰ τύχην Th. 3.49, X. HG 3.4.13; τῆς τ. εὖ μετεστεώσης Hdt. 1.118; τὸ τῆς τ. ἀφανές E. Alc. 785, cf. D. 4.45.