Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Φιλίππου α΄

κατὰ Φιλίππου α΄ (44)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg004.perseus-grc2:44
Refs {'start': {'reference': '44', 'human_reference': 'Section 44'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

οὐκ ἐμβησόμεθα; οὐκ ἔξιμεν αὐτοὶ μέρει γέ τινι στρατιωτῶν οἰκείων νῦν, εἰ καὶ μὴ πρότερον; οὐκ ἐπὶ τὴν ἐκείνου πλευσόμεθα; ποῖ οὖν προσορμιούμεθʼ; ἤρετό τις. εὑρήσει τὰ σαθρά, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τῶν ἐκείνου πραγμάτων αὐτὸς πόλεμος, ἂν ἐπιχειρῶμεν· ἂν μέντοι καθώμεθʼ οἴκοι, λοιδορουμένων ἀκούοντες καὶ αἰτιωμένων ἀλλήλους τῶν λεγόντων, οὐδέποτʼ οὐδὲν ἡμῖν μὴ γένηται τῶν δεόντων.

Tokens

οὐκ 1 w 3
ἐμβησόμεθα 1 w 13
οὐκ 2 w 17
ἔξιμεν 1 w 23
αὐτοὶ 1 w 28
μέρει 1 w 33
γέ 1 w 35
τινι 1 w 39
στρατιωτῶν 1 w 49
οἰκείων 1 w 56
νῦν 1 w 59
εἰ 1 w 62
καὶ 1 w 65
μὴ 1 w 67
πρότερον 1 w 75
οὐκ 3 w 79
ἐπὶ 1 w 82
τὴν 1 w 85
ἐκείνου 1 w 92
πλευσόμεθα 1 w 102
ποῖ 1 w 106
οὖν 1 w 109
προσορμιούμεθʼ 1 w 123
ἤρετό 1 w 129
τις 1 w 132
εὑρήσει 1 w 140
τὰ 1 w 142
σαθρά 1 w 147
1 w 149
ἄνδρες 1 w 155
Ἀθηναῖοι 1 w 163
τῶν 2 w 167
ἐκείνου 2 w 174
πραγμάτων 1 w 183
αὐτὸς 1 w 188
1 w 189
πόλεμος 1 w 196
ἂν 1 w 199
ἐπιχειρῶμεν 1 w 210
ἂν 2 w 213
μέντοι 1 w 219
καθώμεθʼ 1 w 227
οἴκοι 1 w 232
λοιδορουμένων 1 w 246
ἀκούοντες 1 w 255
καὶ 2 w 258
αἰτιωμένων 1 w 268
ἀλλήλους 1 w 276
τῶν 3 w 279
λεγόντων 1 w 287
οὐδέποτʼ 1 w 296
οὐδὲν 1 w 301
ἡμῖν 1 w 305
μὴ 2 w 307
γένηται 1 w 314
τῶν 4 w 317
δεόντων 1 w 324

Dictionary Citations

LSJ

προσορμίζω
bring a ship to anchor at or near, Κνίδῳ προσορμίσαι (sc. τὴν ναῦν) Luc. Am. 11, cf. PTeb. 802.11 (ii B.C.); π. τοῖς αἰγιαλοῖς Iamb. VP 3.14; πρὸς τὴν Σιφνίων χώραν IG 12(5).653.12 (Syros, perh. i B.C.):—in early writers only Med., come to anchor near a place, ἔα τὰς νέας πρὸς τὴν Δῆλον προσορμίζεσθαι Hdt. 6.97; πρὸς τουτους (sc. λιμένας) μὴ προσορμίζου D. 25.84; ποῖ οὖν προσορμιούμεθα; Id. 4.44; προσορμισάμενος τῇ Σαμοθρᾴκῃ Plu. Aem. 26:—later in Pass., προσορμισθεὶς τῷ αἰγιαλῷ Arr. An. 6.20.4, cf. Plu. Exil. 2.601f; τῇ Νάξῳ προσωρμίσθη Ael. VH 8.5, cf. Ev.Marc. 6.53: metaph., π. τοῖς μύθοις Philostr. Her. 11; εὐγένειαι π. τοῖς φαυλοτάτοις Ph. 2.38 (nisi leg. προσοριζ-).
σαθρός
3 σ. κῦδος unsound fame, Pi. N. 8.34; πρίν τι καὶ σαθρὸν μετεξετέροισι ἐγγενέσθαι before any unsound thought comes into their heads, i.e. before they prove traitors, Hdt. 6.109; σ. λόγοι E. Hec. 1190, Rh. 639; τί τοῦτʼ αἴνιγμα σημαίνεις σ.; Id. Supp. 1064; τοῦτʼ ἐς γυναῖκας δόλιόν ἐστι καὶ σαθρόν Id. Ba. 487; σ. μετάβασις Pl. Lg. 736e; σ. ἐστι . . πᾶν ὅ τι ἂν μὴ δικαίως ᾖ πεπραγμένον D. 18.227; εὕροιμʼ ἂν ὅπῃ σαθρός ἐστι Pl. Euthphr. 5c; εὑρήσει τὰ σαθρὰ τῶν ἐκείνου πραγμάτων ὁ πόλεμος D. 4.44; τὰ σ. τῆς τυραννίδος Plu. Dio 23. Adv., σαθρῶς ἱδρυμένος built on unsound foundations, Arist. EN 1100b7.