Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Φιλίππου α΄

κατὰ Φιλίππου α΄ (16)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg004.perseus-grc2:16
Refs {'start': {'reference': '16', 'human_reference': 'Section 16'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

πρῶτον μὲν τοίνυν, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τριήρεις πεντήκοντα παρασκευάσασθαι φημὶ δεῖν, εἶτʼ αὐτοὺς οὕτω τὰς γνώμας ἔχειν ὡς, ἐάν τι δέῃ, πλευστέον εἰς ταύτας αὐτοῖς ἐμβᾶσιν. πρὸς δὲ τούτοις τοῖς ἡμίσεσιν τῶν ἱππέων ἱππαγωγοὺς τριήρεις καὶ πλοῖʼ ἱκανὰ εὐτρεπίσαι κελεύω.

Tokens

πρῶτον 1 w 6
μὲν 1 w 9
τοίνυν 1 w 15
1 w 17
ἄνδρες 1 w 23
Ἀθηναῖοι 1 w 31
τριήρεις 1 w 40
πεντήκοντα 1 w 50
παρασκευάσασθαι 1 w 65
φημὶ 1 w 69
δεῖν 1 w 73
εἶτʼ 1 w 78
αὐτοὺς 1 w 84
οὕτω 1 w 88
τὰς 1 w 91
γνώμας 1 w 97
ἔχειν 1 w 102
ὡς 1 w 104
ἐάν 1 w 108
τι 1 w 110
δέῃ 1 w 113
πλευστέον 1 w 123
εἰς 1 w 126
ταύτας 1 w 132
αὐτοῖς 1 w 138
ἐμβᾶσιν 1 w 145
πρὸς 1 w 150
δὲ 1 w 152
τούτοις 1 w 159
τοῖς 2 w 163
ἡμίσεσιν 1 w 171
τῶν 1 w 174
ἱππέων 1 w 180
ἱππαγωγοὺς 1 w 190
τριήρεις 2 w 198
καὶ 1 w 201
πλοῖʼ 1 w 206
ἱκανὰ 1 w 211
εὐτρεπίσαι 1 w 221
κελεύω 1 w 227

Dictionary Citations

LSJ

εὐτρεπίζω
make ready, ξίφος A. Ag. 1651; ἃ χρή E. IT 470; πάντα D. 1.13, cf. 3.13, 4.16, Men. Sam. 6; τὰ τείχη to restore them, X. HG 2.2.4; τὴν σύριγγα lubricates the windpipe, Hp. Cord. 2:— Med., get ready for oneself, or something of oneʼs own, Th. 4.123, 2.18, Ph. 1.619:— Pass., to be prepared, made ready, E. IA 1111, Ar. Pl. 626; [ ναῦς] ἱστίοις -ομένη Arist. Fr. 11; σφαγαῖσιν ηὐτρεπισμένος ready for . . , Lyc. 614, cf. Aen.Tact. 18.1, Jul. Mis. 362b; to be performed, executed, Phld. Po. 5.21.
ἱππαγωγός
carrying horses; esp. of ships used as cavalry transports, πλοῖα Hdt. 6.48; νέες ib. 95; ναῦς Th. 2.56, 4.42, Arr. An. 2.19.1; τριήρεις D. 4.16, D.S. 11.3; ἱππαγωγοί alone, Ar. Eq. 599, D. 4.21: Ἱππαγωγός as pr. n. of a ship, IG 2(2).1623.14.
πλευστέον
one must sail, πλευστέα Ar. Lys. 411; πλευστέον . . αὐτοῖς ἐμβᾶσι D. 4.16, cf. Them. Or. 27.337c.