LSJ
6
from, by, or because of which a thing is done, ἀ. τούτου κριοπρόσωπον τὤγαλμα τοῦ Διὸς ποιεῦσι Hdt. 2.42; ἀ. τινος ἐπαινεῖσθαι, θαυμάζεσθαι, ὠφελεῖσθαι, Th. 2.25, 6.12, X. Cyr. 1.1.2; ἀ. τῶν ξυμφορῶν διαβάλλεσθαι Th. 5.17; τὴν ἐπωνυμίαν ἔχειν ἀ. τινος Id. 1.46; ἀ. λῃστείας τὸν βίον ἔχειν X. An. 7.7.9; ἀπʼ αὐτῶν τῶν ἔργων κρίνειν D. 2.27; ἀ. τοῦ πάθους in consequence of . ., Th. 4.30; βλάπτειν τινὰ ἀ. τινος Id. 7.29; κατασκευάσαντα τὸ πλοῖον ἀφʼ ὧν ὑπελάμβανε σωθήσεσθαι D. 18.194; τρόπαιον ἀ. τινος εἱστήκει on occasion of his defeat, Id. 19.320; τλήμων οὖσʼ ἀπʼ εὐτόλμου φρενός A. Ag. 1302, cf. 1643; ἀ. δικαιοσύνης by reason of it (v. l. for ὑπό), Hdt. 7.164; ἀ. τῶν αὐτῶν λημμάτων on the same scale of profits, D. 3.34, etc.; for ὅσον ἀ. βοῆς ἕνεκα, v. ἕνεκα: hence in half adverbial usages, ἀ. σπουδῆς in earnest, eagerly, Il. 7.359; ἀ. τοῦἴσου, ἀ. τῆς ἴσης, or ἀπʼ ἴσης, equally, Th. 1.99, 15, D. 14.6, etc.; ἀπʼ ὀρθῆς καὶ δικαίας τῆς ψυχῆς Id. 18.298; ἀ. ἀντιπάλου παρασκευῆς Th. 1.91; ἀ. τοῦ προφανοῦς openly, ib. 35; ἀ. τοῦ εὐθέος straightforwardly, Id. 3.43; ἀ. τοῦ αὐτομάτου of free-will, Pl. Prt. 323c; ἀ. γλώσσης by word of mouth, Hdt. 1.123 (but also, from hearsay, A. Ag. 813); ἀ. στόματος Pl. Tht. 142d; ἀπʼ ὄψεως at sight, Lys. 16.19; ἀ. χειρὸς λογίζεσθαι on your fingers, Ar. V. 656; πεύθομαι δʼ ἀπʼ ὀμμάτων νόστον A. Ag. 988; ὀμμάτων ἄπο in the public gaze, E. Med. 216; ἀ. τοῦ κυάμου ἄρχοντας καθίστασθαι X. Mem. 1.2.9; ἡ βουλὴ ἡ ἀ. τοῦ κυάμου Th. 8.66, cf. IG 1.9; τοὺς ἀ. τοῦ κυάμου δισχιλίους ἄνδρας Arist. Ath. 24.3; τριηράρχους αἱρεῖσθαι ἀ. τῆς οὐσίας Decr. ap. D. 18.106; ἀφʼ ἑαυτοῦ from oneself, on oneʼs own account, Th. 8.6, etc.; ἀφʼ ἑαυτοῦ γνώμης Id. 4.68; ἀ. συνθήματος, ἀ. παραγγέλματος, by agreement, by word of command, Hdt. 5.74, Th. 8.99; ἀ. σάλπιγγος by sound of trumpet, X. Eq.Mag. 3.12 (s.v.l.); ἐπίτροπος ἀ. τῶν λόγων, = Lat. procurator a rationibus, Ann.Epigr.. 1913.143a ( Ephesus, ii A. D.).
defect, deficiency, Hp. Praec. 9, Phld. D. 3.2 (pl.), etc.; τὰ καθʼ ὑμᾶς ἐλλείμματα shortcomings dependent on yourselves, D. 2.27; arrears, Id. 22.44; τοῦ γεγραμμένου νόμου ἔ. Arist. Rh. 1374a26; τὰ περὶ τὴν διάλεκτον ἐ. D.H. Dem. 20.
3
to be lord or master of, rule over, πάντων Ἀργείων, πάντων, Il. 1.79, 288, cf. Od. 15.274; Ὀλύμπου A. Pr. 149 (lyr.); δωμάτων Id. Ag. 1673; ὅπλων S. Aj. 1337; κ. τοῦ βίου to be master of . . , And. 1.137; αὑτοῦ κ. S. Aj. 1099, Antipho 5.26, cf. S. OC 405; ἡδονῶν καὶ ἐπιθυμιῶν Pl. Smp. 196c, etc.; τῶν πραγμάτων D. 2.27; τοῦ μὴ πείθεσθαι τοῖς νόμοις κρατῆσαι to be above obedience . . , X. Lac. 4.6.
IV
Adv. -ρῶς harshly, bitterly, vindictively, A. Pr. 197, S. OC 990 ; π. ἐξετάσαι D. 2.27, 18.265 ; π. ἔχειν τισί, πρός τινας, Id. 10.54, Ep. 3.10 ; π. φέρειν τι E. Ion 610, cf. Andr. 190; ἔκλαυσε π. Ev.Matt. 26.75 : Comp. -ότερον Men. Mon. 659, etc.: Sup. -ότατα Plb. 1.72.3. [ ῑ in Hom. and Ep.; ῐ freq. in Trag., as A. Pers. 473, Ag. 970, S. Aj. 500, E. Hec. 772, and in Theoc. 8.74 : ι therefore is not long by nature as in μικρός.]
b
πρόφασιν διδόναι, ἐνδοῦναι, allow, afford an excuse, D. 43.53, 18.158; οὐκ ἐνδώσομεν π. οὐδενὶ κακῷ γενέσθαι Th. 2.87; π. μηδεμίαν θέμενος making no excuse, Thgn. 364; π. προτεῖναι put forward a pretext, Hdt. 1.156; π. τὴν Παυσανίεω ὕβριν προϊσχόμενοι Id. 8.3; προφάσεις παρέχειν Ar. Av. 581, cf. D. 10.35, 18.156; προφάσιας εἷλκον kept making pretences, Hdt. 6.86; πάσας π. ἕλκουσιν Ar. Lys. 726; π. δέχεσθαι Pl. Cra. 421d (cf. ἀγών III.5); π. εὑρίσκειν τοῦ ἀδικήματος Antipho 5.65; π. καλῶς εὑρημένη Archipp. 36; ἔχθρας π. ζητήσουσιν Pl. Phdr. 234a, cf. PCair.Zen. 270.9 (iii B.C.); π. τινὰ πρεσβείας πορισάμενοι Pl. Ep. 350a; π. κατασκευάσαι X. Cyr. 2.4.17; ἔχει προφάσεις it is excusable, ib. 3.1.27; πρόφασιν ταύτην τῆς διαφορᾶς ποιούμενος Pl. Ep. 349d; προφάσεις εὐλόγους εἰλήφεσαν D. 18.152; ἐχόμενος προφάσιος Hdt. 6.94; ἐπιλαβέσθαι Id. 3.36, 6.49; τὰς π. ἀφελεῖν D. 2.27; προφάσεως δεῖσθαι Arist. Rh. 1373a3: personified, τὰν Ἐπιμαθέος ὀψινόου θυγατέρα Π. Pi. P. 5.28.