LSJ
ill-judging, senseless, Thgn. 1260 codd. (s.v.l.), Pi. O. 8.60, Pl. Phdr. 275b; ὥσπερ κυνίδιον τοῖς εἴκουσιν ἀ. Phld. Lib. p.10 O.; opp. μετὰ λογισμοῦ πράττειν, Men. 617; inconsiderate, τὸ ἄ. καὶ θυμοειδές Hp. Aër. 16. Adv. -όνως senselessly, X. HG 6.3.11, etc.; ἀ. ἔχειν D. 2.26.
3
unfeeling, hard-hearted, Φοίβῳ τε κἀμοὶ μὴ γένησθʼ ἀγνώμονες S. OC 86; of judges, X. Mem. 2.8.5; joined with ἀχάριστος, Id. Cyr. 8.3.49, cf. Mem. 2.10.3, D. 21.97; esp. ignoring oneʼs debts, Ulp.ad D. 2.26, Jul. Or. 3.117e ( Comp.); ἀ. περὶ τὰς ἀποδόσεις Luc. Herm. 10.
III
the regular order of nature, τύχη . . ἀβέβαιος, φ. δὲ αὐτάρκης Democr. 176; κατὰ φύσιν Pl. R. 444d, etc.; τρίχες κατὰ φύσιν πεφυκυῖαι growing naturally, Hdt. 2.38, cf. Alex. 156.7 (troch.); κατὰ φύσιν νόμος ὁ πάντων βασιλεύς Pi. Fr. 169 (cf. Pl. Grg. 488b); κατὰ φ. ποιεῖν Heraclit. 112; opp. παρὰ φύσιν, E. Ph. 395, Th. 6.17, etc.; παρὰ τὴν φ. Anaxipp. 1.18; προδότης ἐκ φύσεως a traitor by nature, Aeschin. 2.165; πρὸ τῆς φ. ἥκειν εἰς θάνατον before the natural term, Plu. Comp.Dem.Cic. 5: freq. in dat. φύσει ( ἐν φ. Hp. Aër. 14) by nature, naturally, opp. τύχῃ, τέχνῃ, Pl. Lg. 889b, cf. R. 381b; φύσει τοιοῦτος Ar. Pl. 275, cf. 279, al.; ὁ ἄνθρωπος φ. πολιτικὸν ζῷόν ἐστι Arist. Pol. 1253a3; ὁ μὴ αὑτοῦ φ. ἀλλʼ ἄλλου ἄνθρωπος ὤν, οὗτος φ. δοῦλός ἐστιν ib. 1254a15; φ. γὰρ οὐδεὶς δοῦλος ἐγενήθη ποτέ Philem. 95.2; opp. νόμῳ (by convention), Philol. 9, Archelaus ap. D.L. 2.16, Pl. Grg. 482e, cf. Prt. 337d, etc.; τὰ μὲν τῶν νόμων ὁμολογηθέντα, οὐ φύντʼ ἐστίν, τὰ δὲ τῆς φύσεως φύντα, οὐχ ὁμολογηθέντα Antipho Soph. 44 Ai 32 ( Vorsokr. 5); ἅπας ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος φύσει καὶ νόμοις διοικεῖται D. 25.15; τοὺς τῆς φ. οὐκ ἔστι λανθάνειν νόμους Men. Mon. 492; οὐ σοφίᾳ, ἀλλὰ φύσει τινί Pl. Ap. 22c; φ. μὴ πεφυκότα τοιαῦτα φωνεῖν S. Ph. 79, cf. Pl. Phlb. 14c, etc.; φύσει πάντα πάντες ὁμοίως πεφύκαμεν καὶ βάρβαροι καὶ Ἕλληνες εἶναι Antipho Soph. 44 Bii 10 ( Vorsokr. 5); φύσιν ἔχει c. inf., it is natural, κῶς φύσιν ἔχει πολλὰς μυριάδας φονεῦσαι (sc. τὸν Ἡρακλέα); Hdt. 2.45, cf. Pl. R. 473a; οὐκ ἔχει φύσιν it is contrary to nature, ib. 489b; οὔτʼ εὔλογον οὔτʼ ἔχον ἐστὶ φύσιν D. 2.26; τὸ τόλμημα φύσιν οὐκ ἔχει Polem. Call. 36.
II
οὐκ οὕτω φρενοβλαβὴς ὁ Πρίαμος οὐδὲ οἱ ἄλλοι . . , ὥ. κινδυνεύειν ἐβούλοντο Hdt. 2.120 (fort. delendum ἐβούλοντο) ; ἀσθενέες οὕτω, ὥ. . . διατετρανέεις Id. 3.12; οὕτως ἀγνωμόνως ἔχετε, ὥ. ἐλπίζετε . . ; are you so foolish that you expect . . ? D. 2.26, βέβηκεν, ὥ. πᾶν ἐν ἡσύχῳ ἔξεστι φωνεῖν S. OC 82, cf. OT 533: freq. in X., Mem. 2.2.3, al.; with ἄν and the impf. or aor. implying a supposed case, ὥστʼ, εἰ φρονῶν ἔπρασσον, οὐδʼ ἂν ὧδʼ ἐγιγνόμην κακός S. OC 271; ὥστε οὐκ ἂν ἔλαθεν αὐτόθεν ὁρμώμενος Th. 5.6: ὥστε τὴν πόλιν ἂν ἡγήσω πολέμου ἐργαστήριον εἶναι X. Ages. 1.26.