Scaife ATLAS

CTS Library / Ἑλένη

Ἑλένη (62)

urn:cts:greekLit:tlg0010.tlg009.perseus-grc2:62
Refs {'start': {'reference': '62', 'human_reference': 'Section 62'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

μετὰ δὲ ταῦτα τοσαύτην Μενελάω χάριν ἀπέδωκεν ὑπὲρ τῶν πόνων καὶ τῶν κινδύνων οὓς διʼ ἐκείνην ὑπέμεινεν, ὥστε τοῦ γένους ἅπαντος τοῦ Πελοπιδῶν διαφθαρέντος καὶ κακοῖς ἀνηκέστοις περιπεσόντος οὐ μόνον αὐτὸν τῶν συμφορῶν τούτων ἀπήλλαξεν ἀλλὰ καὶ θεὸν ἀντὶ θνητοῦ ποιήσασα σύνοικον αὑτῇ καὶ πάρεδρον εἰς ἅπαντα τὸν αἰῶνα κατεστήσατο.

Tokens

μετὰ 1 w 4
δὲ 1 w 6
ταῦτα 1 w 11
τοσαύτην 1 w 19
Μενελάω 1 w 26
χάριν 1 w 31
ἀπέδωκεν 1 w 39
ὑπὲρ 1 w 43
τῶν 1 w 46
πόνων 1 w 51
καὶ 1 w 54
τῶν 2 w 57
κινδύνων 1 w 65
οὓς 1 w 68
διʼ 1 w 71
ἐκείνην 1 w 78
ὑπέμεινεν 1 w 87
ὥστε 1 w 92
τοῦ 1 w 95
γένους 1 w 101
ἅπαντος 1 w 108
τοῦ 2 w 111
Πελοπιδῶν 1 w 120
διαφθαρέντος 1 w 132
καὶ 2 w 135
κακοῖς 1 w 141
ἀνηκέστοις 1 w 151
περιπεσόντος 1 w 163
οὐ 1 w 165
μόνον 1 w 170
αὐτὸν 1 w 175
τῶν 3 w 178
συμφορῶν 1 w 186
τούτων 1 w 192
ἀπήλλαξεν 1 w 201
ἀλλὰ 1 w 205
καὶ 3 w 208
θεὸν 1 w 212
ἀντὶ 1 w 216
θνητοῦ 1 w 222
ποιήσασα 1 w 230
σύνοικον 1 w 238
αὑτῇ 1 w 242
καὶ 4 w 245
πάρεδρον 1 w 253
εἰς 1 w 256
ἅπαντα 1 w 262
τὸν 2 w 265
αἰῶνα 1 w 270
κατεστήσατο 1 w 281

Dictionary Citations

LSJ

αἰών
II long space of time, age, αἰὼν γίγνεται ʼtis an age, Men. 536.5; esp. with Preps., ἀπʼ αἰῶνος of old, Hes. Th. 609, Ev.Luc. 1.70; οἱ ἀπὸ τοῦ αἰ. Ῥωμαῖοι D.C. 63.20; διʼ αἰῶνος perpetually, A. Ch. 26, Eu. 563; all oneʼs life long, S. El. 1024; διʼ αἰῶνος μακροῦ, ἀπαύστου, A. Supp. 582, 574; τὸν διʼ αἰ. χρόνον for ever, Id. Ag. 554; εἰς ἅπαντα τὸν αἰ. Lycurg. 106, Isoc. 10.62; εἰς τὸν αἰ. LXX Ge. 3.23, al., D.S. 21.17, Ev.Jo. 8.35, Ps.-Luc. Philopatr. 17; εἰς αἰῶνα αἰῶνος LXX Ps. 131(132).14; ἐξ αἰῶνος καὶ ἕως αἰῶνος ib. Je. 7.7; ἐπʼ αἰ. ib. Ex. 15.18; ἕως αἰῶνος ib. 1 Ki. 1.22, al.:— without a Prep., τὸν ἅπαντα αἰ. Arist. Cael. 279a22; τὸν αἰῶνα Lycurg. 62, Epicur. Ep. 1p.8U.; eternity, opp. χρόνος, Pl. Ti. 37d, cf. Metrod. Fr. 37, Ph. 1.496, 619, Plot. 3.7.5, etc.; τοὺς ὑπὲρ τοῦ αἰῶνος φόβους Epicur. Sent. 20.
σύνοικος
b living in the same city or country, fellow-inhabitant (prop. of those who join in colonizing a place, opp. ἔποικοι, Arist. Pol. 1303a28), σ. ἐγένοντο Ἀθηναίοισι (sc. οἱ Πελασγοί) Hdt. 1.57, cf. 2.51, 7.73; ξ. ἐπαγαγέσθαι τινάς Th. 2.68; ξ. δέξασθαι or προσδέξασθαι, Ar. Pl. 1147, Pl. Lg. 708a; σ. ἔχειν ἐν τῇ πόλει Isoc. 12.178; σ. ἡμῖν ἐν τῇ πόλει Pl. Lg. 920a; ἐν τῇ χώρᾳ σ. ὑμῶν γίγνεται Lycurg. 145; of gods worshipped in the country, τὸν θεὸν βαρὺν ξ. θησόμεσθα A. Supp. 415, cf. Isoc. 10.62; ἡ σ. τῶν κάτω θεῶν Δίκη S. Ant. 451.